Διπλανός μου, ο Πάνος Σαράκης εδώ στην εφημερίδα· εξ ευωνύμων. Μοιραζόμαστε κοινό συναρμολογούμενο διεθνούς φίρμας τραπέζι από ροκανίδια σουηδικής ξυλείας. Φορητή συρταριέρα στο μέσον του πατώματος παρείχε την ψευδαίσθηση πως το χωρίζει σε δύο γραφεία, ίσα ίσα να τρυπώνουν οι καρέκλες μας εκατέρωθεν. Οσα χιλιόμετρα κι αν γράφει το επαγγελματικό κοντέρ καθενός, η θήτευση στο εγχείρημα της «Εφ.Συν.» ισοδυναμεί με μαθητεία. Τηρουμένων των αναλογιών, ήταν σαν να καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, στη λεία επιφάνεια του οποίου εκτός των άλλων ταίριαξε εξαρχής και το περιεχόμενο του δοκιμαστικού σωλήνα της χημείας μας.
Αμφότεροι συντάκτες ύλης, με την υπόλοιπη πεντάδα του τμήματος συνωστισμένη παραπλεύρως και απέναντι, σε εγγύτητα που αντενδείκνυται στους χαλεπούς καιρούς της πανδημίας. Αρνούμαι να αποδεχτώ την εκδημία του Πανούλη, επιμένοντας να τον τοποθετώ πάντοτε στην ανιαρή καθημερινότητα του γραφείου, ανεκτίμητη τούτες τις άγονες ώρες, αφού διαμορφώνει αβυθομέτρητες ανθρώπινες σχέσεις και φιλίες ζωής. Ερχόταν συνήθως πριν από τις επτά το απόγευμα. Απ’ τον διάδρομο ήδη άνθιζε στα χείλη του το υποχθόνιο μισόγελο, το οποίο προοιωνιζόταν τη γενικευμένη ευθυμία που επρόκειτο γκαραντί να ακολουθήσει.
Κατόπιν παράγγελνε καφέ κι αράδιαζε σχολαστικά μπροστά του τα σύνεργα της δουλειάς: στιλό διαρκείας μπλε και απαραιτήτως κόκκινο, καλοξυσμένα μολύβια κι έναν κοντοστούπη μεταλλικό χάρακα εν είδει στιγμόμετρου. Απεχθανόταν τους κλασικούς διαφανείς «Bic». Ούτε να τους βλέπει δεν άντεχε. «Πώς μπορείς να γράφεις μ’ αυτές τις αηδίες» μου ’λεγε κάθε τόσο. Προτιμούσε φανατικά τους κίτρινους. Αφηνε αφειδώλευτο φιλοδώρημα στην κοπέλα που ’φερνε το αχνιστό ρόφημα κι έβγαζε τον καπνό του σε συσκευασία του εμπορίου, αλλά πάντοτε αναμεμειγμένο με εξαίρετες ποικιλίες της γενέτειράς του. Παιδί των καπνοχώραφων του Αγρινίου, ήξερε να φουμάρει ψαγμένα χαρμάνια.
Ράγδην ξεδίπλωνε το υπόκωφο χιούμορ του έπειτα απ’ τη δεύτερη ρουφηξιά καφέ και τσιγάρου, προκαλώντας τρανταχτά χάχανα στην αίθουσα, ενώ ο ίδιος παρέμενε αφοπλιστικά σοβαρός. Νωρίς η παραγωγή βαδίζει σε χαλαρούς ρυθμούς, οπότε ο χαβαλές της ομάδας μας μεταδιδόταν στους παραδίπλα με πιστό σύμμαχό μας τον χρόνο. Μεταξύ άλλων, ο Πάνος εισήγαγε στην εθιμοτυπία της εφημερίδας το συνθηματικό ιδιόλεκτο των φυλακόβιων και των αντεργκράουντ, κατά το οποίο κάθε λέξη τεμαχίζεται στην πρώτη ή τη δεύτερη συλλαβή και εκφέρεται το πίσω-μπρος, ανά-ποδα δηλαδή, εξ ου η ονομασία της «ποδα-ανά».
Υπέρ το δέον γέλωτες προήλθαν από τούτη την ακαταλαβίστικη αργκό, που στα ανύποπτα και απροπόνητα αφτιά ακούγεται σαν αλαμπουρνέζικα. Ξεκαρδιστικοί διάλογοι διημείφθησαν ανάμεσα στους πιο μυημένους. Μέχρι και τίτλους τετραγωνίζαμε στα «ποδανά» οι «υλατζήδες», παρακολουθώντας τα δειλά, τρεκλίζοντα βήματα των προοδευτικά αυξανόμενων αρχαρίων που εγγράφονταν στις προκαταρκτικές τάξεις. Είχε μεγάλη πλάκα να ακούς τη Γδαμά (Μάγδα) και την Τουλαπό (Ποτούλα) να προσπαθούν ματαίως να συνεννοηθούν. Ετσι θα θυμάμαι πάντα το φιλαράκι του θρανίου μου. Τιγιά, ρε Νοπά, μας την πανησεσκό σοτό φνικαξά;
