ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μας έλεγε πως αν αποπειραθούμε να δούμε την ιστορία που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας αλλιώς, να περάσουμε πάνω από τα αδιέξοδα και να μη στρίψουμε στις γνωστές κακοτοπιές της κακής πληροφόρησης, θα εκκινήσουμε μια άλλη ζωή. Ολα αυτά με αφορμή την πλατεία μας. Μας μιλούσε η Μ., μια γυναίκα γύρω στα εξήντα που τώρα, λόγω των περιορισμών συναντούσα στην πλατεία τα απογεύματα, εκείνη τη μελαγχολική ώρα που πέφτει το σούρουπο.

Η αλήθεια είναι πως λόγω της πανδημίας ξανανακαλύψαμε την πλατεία. Αυτή που προσπερνούσαμε βιαστικά για να πάμε στα καφέ που αγαπάμε. Η πλατεία ήταν για τους μετανάστες, τους ηλικιωμένους και για τα πιτσιρίκια που έπαιζαν μπάλα. Και τώρα που οι μέρες μας είναι γεμάτες νερόλακκους απομόνωσης, λίμνες αναγκαστικής μοναχικότητας, η πλατεία ήρθε να γεμίσει το κενό. Μέρα με τη μέρα όλη αυτή η συνεύρεση με τους θαμώνες της πλατείας άρχισε να γίνεται μια ευχάριστη συνήθεια.

Γεμάτα πια τα παγκάκια και πιασμένα τα πεζούλια. Γέροι, νέοι, παιδιά, σκυλιά και ατίθασα γατιά συμβιώνουμε σε αυτό το υπαίθριο καφέ που εκπληρώνει επιτέλους τον αρχικό σκοπό του. Η Μ. ισχυρίζεται με πάθος και ευγλωττία πως έτσι θα ξεκινήσει η «επανάσταση» της νέας μας ζωής. Και σαν αρχαία ρήτορας, με φωνή δυνατή και καθαρή, μας καλεί να συμμετάσχουμε κι εμείς στον ενθουσιασμό της και να μην ξεχάσουμε όσα μας έμαθε η πανδημία. Να είμαστε απλοί και ουσιαστικοί. Γύρω ακούγονται πρελούδια και τιτιβίσματα χειμωνιάτικων φωνών και σκέφτομαι πως μπορεί και να ’χει δίκιο.

Αυτή η πλατεία της συνοικίας ήταν εκείνο το απόγευμα μια κρυστάλλινη μπάλα του μελλοντός μας και η Μ., σαν ιέρεια, μπορούσε να διαβάσει την ανυπόμονη προδιάθεσή μας να επιστρέψουμε σε ό,τι ξέραμε όπως το ξέραμε. Κι εδώ στο όριο της μέρας έβλεπε πως είχαμε φτάσει κι εμείς στα όρια της αντοχής μας. Κουρασμένοι και θαμποί από αυτό το μεταβατικό που δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει.

Πώς να μην απελπιστείς, πώς να μη χάσεις το κουράγιο σου, όταν όλα είναι ερμητικά κλειστά, όταν ζεις με επίδομα, όταν δεν ξέρεις πότε θα ξαναδουλέψεις και πότε θα ξαναγκαλιάσεις τους ηλικιωμένους γονείς σου; Το σπουδαιότερο όμως είναι πως νιώθεις ότι έχασες την πιο επιχρυσωμένη ανάγκη σου, την ελευθερία σου. Αυτά λέω κι εγώ στη Μ., που με κοιτά με συγκαταβατικό χαμόγελο. «Εχουμε την πλατεία. Πού ξέρεις; Από ’δώ μπορεί να αρχίσει μια επανάσταση, μου λέει με σιβυλλικό χαμόγελο. Την ζηλεύω που παραμένει πιστή στη ζωή και ανασυγκροτεί τον κόσμο με αισιοδοξία. Μπορεί να έχει και δίκιο. Μέχρι τώρα φοβόμασταν, από τώρα και στο εξής ίσως μπορούμε να ελπίζουμε.