Τι συνδέει άραγε το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου με τον Εθνικό Δρυμό Ολύμπου; Εκτός του γεγονότος ότι είναι περιοχές ασύλληπτης ομορφιάς και τεράστιας σημασίας για την περιβαλλοντική ισορροπία στη χώρα μας, είναι επίσης περιοχές του Δικτύου NATURA 2000, με αντίστοιχο καθεστώς αυξημένης προστασίας από την εθνική και την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Είναι όμως και περιοχές στις οποίες η πρόσβαση ή απλή διέλευση θα απαιτεί την καταβολή εισιτηρίου και μάλιστα υπό ένα θολό καθεστώς ιδιωτικής διαχείρισης.
Η δυνατότητα επιβολής εισιτηρίου στις προστατευόμενες περιοχές προβλέπεται μεν σε διάταξη του νόμου 4605/2019, με σκοπό την εξασφάλιση πρόσθετων πόρων για τους φορείς διαχείρισής τους και τους ΟΤΑ στην επικράτεια των οποίων περιλαμβάνονται. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο προωθείται από την κυβέρνηση παραπέμπει σε ακραία μορφή εμπορευματοποίησης και μάλιστα με μια διάσταση έμμεσης ιδιωτικοποίησης υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων που εκφράζονται μέσω Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, όπως καταγγέλλουν πολίτες και φορείς της Αλοννήσου, όπου το μέτρο έχει ήδη τεθεί σε ισχύ.
Υπάρχουν δύο συναφείς εξελίξεις στο θέμα. Πρώτον, τον περασμένο Σεπτέμβριο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (3832, τεύχος δεύτερο) απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος-Ενέργειας που καθιερώνει εισιτήριο για κάθε είδους διέλευση από το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου-Βορείων Σποράδων (ΕΘΠΑΒΣ), για άτομα και σκάφη –με ελάχιστες εξαιρέσεις–, η καταβολή του οποίου ελέγχεται όχι μόνο από τους εργαζομένους του φορέα διαχείρισης του πάρκου, αλλά και «από εργαζομένους εταιρειών οι οποίοι έχουν αναλάβει αντίστοιχα καθήκοντα μετά από σχετική σύμβαση με τον Φ.Δ.».
Δεύτερον, στις 16 Δεκεμβρίου ο Οργανισμός Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), που εποπτεύεται από το ΥΠΕΝ και έχει τη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών, ανέθεσε σε ιδιωτική εταιρεία την εκπόνηση «εισηγητικής έκθεσης και σχεδίου ΚΥΑ για την τεκμηρίωση και θέσπιση εισιτηρίου εισόδου στον Εθνικό Δρυμό Ολύμπου». Η εταιρεία στην οποία ανατέθηκε το έργο είναι η Green2Sustain και –προφανώς διόλου τυχαία– είναι η ίδια που συνέταξε το σχέδιο για την υπουργική απόφαση για το Πάρκο Αλοννήσου, έπειτα από ανάθεση της ΜΚΟ «Θάλασσα».
Η «Θάλασσα» ιδρύθηκε από τον εφοπλιστή Κ. Απόδιακο, που είναι και πρόεδρός της, και χρηματοδοτείται από τη ναυτιλιακή Blue Planet Shipping, μια από τις εταιρείες της εφοπλιστικής οικογένειας με ισχυρή παρουσία στα τάνκερ ξηρού φορτίου και στη διεθνή ναυτιλία. Η «Θάλασσα» τα τελευταία περίπου 15 χρόνια δραστηριοποιείται ως αρωγός της λεγόμενης Mom, όπως είναι το «υποκοριστικό» της «Εταιρείας για τη Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας».
Η Mom, με τη σειρά της, είναι η ΜΚΟ που έχει πιο στενά συνδεθεί με την ανάδειξη και προστασία της φώκιας Monachus monachus, διαχειριζόμενη από το 1990 μέχρι σήμερα προγράμματα μελέτης, διάσωσης και περιβαλλοντικής προστασίας που χρηματοδοτήθηκαν κυρίως από ευρωπαϊκούς και κρατικούς πόρους, αλλά τα τελευταία χρόνια όλο και πιο συχνά από τη MKO «Θάλασσα», τη ναυτιλιακή Blue Planet και άλλα ιδιωτικά ιδρύματα. Πάνω από το 85% των ετήσιων εσόδων της προέρχεται από χρηματοδοτήσεις προγραμμάτων, τα υπόλοιπα αποτελούν δωρεές και ενισχύσεις. Η «Θάλασσα», η Mom και οι συνεργάτες τους είναι πιθανότατα οι εταιρείες που μπορούν να ελέγχουν την είσπραξη των εισιτηρίων στο θαλάσσιο πάρκο, μαζί με τον φορέα διαχείρισης, σύμφωνα με την πρόβλεψη της υπουργικής απόφασης.
Εναντίον της απόφασης των υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος έχει ήδη ασκηθεί αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας από ομάδα πολιτών κατόχων ή χρηστών σκαφών, οι οποίοι υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι με τη θέσπιση εισιτηρίου διέλευσης πλήττεται η ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Κι αυτό γιατί στην τεράστια θαλάσσια περιοχή 1.600 τετραγωνικών χιλιομέτρων με περίμετρο 90 χιλιόμετρα –που αντιστοιχεί στο 1,2% της ελληνικής επικράτειας– στην οποία επιβάλλεται εισιτήριο διέλευσης περιλαμβάνονται και τμήματα εκτός επικράτειας (διεθνή ύδατα), για τα οποία η απόφαση προβλέπει εισιτήριο διέλευσης, ακόμη κι αν προορισμός δεν είναι το Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου.
Η προσφυγή επικαλείται ως λόγους ακύρωσης, εκτός από την παραβίαση των διεθνών κανόνων ελεύθερης ναυσιπλοΐας, την υπέρβαση εξουσιοδότησης του νόμου για τη θέσπιση εισιτηρίου στις προστατευόμενες περιοχές, την παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας, το γεγονός ότι αντί κανονικής εισήγησης του αρμόδιου φορέα διαχείρισης (ΕΘΠΑΒΣ) υπάρχει μια εισήγηση που συνέταξε μια ιδιωτική εταιρεία μαζί με το σχέδιο ΚΥΑ (η Green2Sustain), αλλά και την έκθεση σε κίνδυνο όσων σκαφών, θέλοντας να αποφύγουν την καταβολή εισιτηρίου απλής διέλευσης, αναγκάζονται να επιλέξουν εναλλακτικές πιο επικίνδυνες διαδρομές, βορειότερα του θαλάσσιου πάρκου.
Μια δεύτερη προσφυγή στο ΣτΕ αναμένεται να κατατεθεί από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, στην οποία ανήκουν νησίδες εντός του θαλάσσιου πάρκου των Σποράδων, ενώ σοβαρές ενστάσεις σ’ αυτή την ιδιότυπη ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης του πάρκου αναμένεται να διατυπώσουν τα δημοτικά συμβούλια Αλοννήσου, Σκοπέλου και Σκιάθου, ανησυχώντας για την επίπτωση στον τουρισμό.
Εκτός αυτών, στα γραφεία των υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος αλλά και του φορέα διαχείρισης του πάρκου έχουν φτάσει επιστολές του Γιάννη Βλάικου, κατοίκου Αλοννήσου και παλιού μέλους της διοίκησης του φορέα (την περίοδο 2006-2009) με μια ενδιαφέρουσα αφήγηση της ιστορίας του πάρκου, αλλά και αξιοπρόσεκτες καταγγελίες για την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκονται ακριβοπληρωμένος εξοπλισμός και υποδομή (αυτοκίνητο, παροπλισμένο σκάφος, βιολογικός σταθμός Γέρακα) και για το… άρωμα διαπλοκής που αναδίδουν οι μεθοδεύσεις στη διοίκηση του φορέα διαχείρισης την τελευταία δεκαετία, καρπός των οποίων, όπως καταγγέλλει, είναι και εν εξελίξει προσπάθεια ιδιωτικοποίησης του πάρκου με το πρόσχημα της προστασίας του.
«Το θαλάσσιο πάρκο είναι ένα ανοιχτό σύστημα θαλάσσιων και χερσαίων εκτάσεων και κανείς δεν δικαιούται να στερήσει την ελεύθερη διέλευση, ελλιμενισμό και παραμονή σ’ αυτό», αναφέρει ο κ. Βλάικος, προσθέτοντας ότι κανένα κράτος στην Ευρώπη δεν έχει θεσπίσει «εισιτήριο» στις προστατευόμενες περιοχές του.
