ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σμυρναίος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εισβολή στο Καπιτώλιο υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ την Τετάρτη 6 Ιανουαρίου -αποτέλεσμα μιας παρακρατικής εκστρατείας που οργανώθηκε από τον στενό κύκλο του απερχόμενου προέδρου- δημιούργησε παγκόσμιο σοκ. Υπό την πίεση των γεγονότων, οι μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικών μέσων δικτύωσης ανέστειλαν τους προσωπικούς λογαριασμούς του Τραμπ, ανοίγοντας ευρεία συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο και τη δύναμη των ολιγοπωλιακών παικτών της Σίλικον Βάλεϊ.

Οπως ήταν αναμενόμενο, η σιώπηση του Τραμπ από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε αρκετές επικρίσεις από πολιτικούς παράγοντες της Ακροδεξιάς. Παραδόξως, με αυτούς συντάχθηκαν και μέλη της ευρωπαϊκής Αριστεράς, όπως ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος κατήγγειλε την αυθαίρετη λογοκρισία ενός εκλεγμένου πρόεδρου λέγοντας ότι αύριο μπορεί να φιμωθεί μια αριστερή κυβέρνηση. Προοδευτικά ΜΜΕ, όπως η Le Monde, στηλίτευσαν από την πλευρά τους την υποκριτική στάση του διαδικτυακού ολιγοπωλίου το οποίο φέρει σημαντική ευθύνη στην αναρρίχηση του Τραμπ στην εξουσία.

Οι επικρίσεις αυτές είναι προφανώς δικαιολογημένες. Οι περιπτώσεις αυθαίρετης λογοκρισίας στο Facebook, για παράδειγμα, είναι χιλιάδες και δεν περιορίζονται στη ρατσιστική, ομοφοβική και σεξιστική Δεξιά. Πολύ συχνά στοχεύονται προοδευτικά εναλλακτικά μέσα αλλά και κοινωνικά κινήματα που αμφισβητούν τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανισότητες ή ακόμα και την αρχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του αστικού κράτους («κίτρινα γιλέκα», Extinction Rebelion, αντιφασιστικό κίνημα, αντιεξουσιαστές κ.λπ.).

Λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις, κάποιος δικαιούται να αναρωτηθεί εάν αυτός ο αντι-ηγεμονικός λόγος που αμφισβητεί την καθεστικυία τάξη δεν απειλείται με φίμωση. Σήμερα, το διαδίκτυο αποτελεί το βασικό μέσο έκφρασης του κοινωνικού κινήματος εξαιτίας του αποκλεισμού του από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης (ενώ η Ακροδεξιά έχει μόνιμη θέση εκεί). Υπάρχει, επομένως, πραγματικός κίνδυνος η λογοκρισία του Τραμπ να εργαλειοποιηθεί από την εξουσία ώστε να εξαφανιστεί από τον ψηφιακό δημόσιο χώρο οποιαδήποτε φωνή έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη ιδεολογία.

Από την άλλη πλευρά, η επισήμανση της υποκρισίας των ολιγοπωλιακών παικτών της Σίλικον Βάλεϊ είναι επίσης απολύτως δικαιολογημένη. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πλατφόρμες τους έχουν φιλοξενήσει ρητορική μίσους με στόχο να κερδίσουν διαφημιστικά έσοδα. Επιπλέον, οι εκστρατείες παραπληροφόρησης και προπαγάνδας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν υποσκάψει εκλογικές διαδικασίες σε πολλές χώρες, όπως η Ονδούρα, η Ουκρανία, ο Ισημερινός και η Ινδία. Σε άλλες περιπτώσεις έχουν προκαλέσει πολλά θύματα, όπως στην περίπτωση της γενοκτονίας των Ροχίνγκια στη Μιανμάρ, που τροφοδοτήθηκε από ισλαμοφοβικές καμπάνιες μίσους μέσω Facebook. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτές οι τραγωδίες δεν αποσοβήθηκαν από τις πλατφόρμες για λόγους οικονομίας, όπως η έλλειψη ανθρώπινων πόρων για τον έλεγχο περιεχομένου, ή απλά από έλλειψη ενδιαφέροντος για χώρες που αποτελούν «μικρές αγορές».

Ωστόσο, όλα αυτά τα επιχειρήματα δεν αρκούν για να καταρρίψουν τον ιστορικό και αδιαμφισβήτητα θετικό χαρακτήρα της απόφασης των Facebook, Twitter και Google να… σιωπήσουν τον Τραμπ. Σε αντίθεση με αυτό που λέγεται ευρέως, η συγκεκριμένη απόφαση δεν πάρθηκε από τον Ζούκερμπεργκ και τους ομοίους του αυθαίρετα ως «καπρίτσιο», αλλά τους επιβλήθηκε από ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα που έφτασε στο αποκορύφωμά του μετά τα γεγονότα του Καπιτωλίου. Εδώ και χρόνια, προοδευτικά κινήματα, υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αντιρατσιστικές οργανώσεις καλούν τις πλατφόρμες να κλείσουν τους λογαριασμούς του Ντόναλντ Τραμπ και των φίλων του, χωρίς επιτυχία. Στις εκκλήσεις αυτές συμμετέχουν πλέον και εργαζόμενοι στις πλατφόρμες που τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να οργανώνονται και να απαιτούν το δικαίωμα συμμετοχής στις αποφάσεις.

Ταυτόχρονα, κυβερνήσεις και υπερεθνικοί οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, εγκαταλείπουν την παθητική στάση των τελευταίων είκοσι χρόνων, απόρροια της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας τους, και επιχειρούν να ρυθμίσουν την ψηφιακή οικονομία. Υπάρχει επομένως μια γενικευμένη συνειδητοποίηση της υπερβολικής δύναμης του ψηφιακού ολιγοπωλίου και μια όλο και πιο ισχυρή κοινωνική απαίτηση για τη λογοδοσία του. Αυτή η απαίτηση ώθησε ορισμένες πλατφόρμες να σχηματίσουν σταδιακά ένα σύνολο κανονισμών πολιτικής φύσης με στόχο την υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι κανόνες αυτοί δεν είναι απλώς αποτέλεσμα «εθελοντικής αυτορρύθμισης», αλλά απορρέουν από κοινωνική και πολιτική διαπάλη.

Το βασικό μάθημα που πρέπει λοιπόν να πάρουμε από τις τελευταίες εξελίξεις είναι ότι, βραχυπρόθεσμα, δεν πρέπει να περιμένουμε από το κράτος και τις κυβερνήσεις να μας προστατέψουν από τον ακροδεξιό λόγο. Εναπόκειται στην ίδια την κοινωνία και στους πνευματικούς ταγούς της -διανοούμενους, πολιτικούς, ερευνητές, δημοσιογράφους, συνδικαλιστές, κοινωνικούς αγωνιστές- να παλέψουν για να επιβάλουν ένα πλαίσιο δημοκρατικής ρύθμισης της πολιτικής έκφρασης στις ιδιωτικές εταιρείες που ελέγχουν τους ψηφιακούς διαύλους επικοινωνίας. Σε αυτόν τον μακροπρόθεσμο αγώνα, η σιώπηση του Τραμπ, κύριου εκφραστή του νεοφασιστικού λόγου σήμερα, είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Κοινωνιολογίας των ΜΜΕ και του Διαδικτύου στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης