Πολύ καλά έκανε το Εθνικό και μας θύμισε, έστω και ψηφιακά, εν μέσω εορτών το απόλυτο χανγκόβερ του παγκόσμιου θεάτρου. Κι έκανε ακόμα καλύτερα, αναθέτοντας ήδη από πέρυσι το ξεσκόνισμα και γυάλισμα μιας από τις εκλεκτότερες εμφιαλώσεις του σαμπανιζέ βοντβίλ, της «Κυρίας του Μαξίμ» του Ζορζ Φεϊντό, στον πλέον αρμόδιο για αυτή τη δουλειά, τον Θωμά Μοσχόπουλο. Η «Γαριδούλα» του έχει ξεπεράσει πια την αιωνιότητα, έχει διασχίσει τρεις αιώνες κι όμως, με την κατάλληλη επεξεργασία, την ευφυή μεταφορά και κυρίως με το σκαντάλισμά της από τους ηθοποιούς, ξυπνάει και πάλι στη σκηνή για να αφρίσει μπροστά μας μα και μέσα μας.
Και πόσες φορές δεν την έχουμε άραγε δει από τότε, από το πρώτο ανέβασμά της στα 1899, χωρίς καλά καλά να το αντιληφθούμε; Απειρες οι διακλαδώσεις της επιτυχίας της στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αμέτρητες οι απομιμήσεις της πρώτης, αυθεντικής γαλλικής συνταγής. Ενας καλόβουλος, ήσυχος (μέχρι αποδείξεως του εναντίου, βέβαια) οικογενειάρχης, καθ’ όλα σωστός, μετρημένος και μάλλον συντηρητικός μεσοαστός, κάνει το λάθος και παρασύρεται για μια βραδιά (μόνο;) από τη λαμπερή ατμόσφαιρα του «Μαξίμ».
Μυστήριο τι ακριβώς να συνέβη εκεί μέσα, γεγονός όμως είναι πως το άλλο πρωί ο γιατρός κ. Πετιπόν ξυπνά με πονοκέφαλο, ένα ημίγυμνο κορίτσι στο κρεβάτι του και πολλούς μπελάδες στο σπιτικό του… Για τύψεις, ενοχές, για μια στοιχειώδη έστω διάθεση κριτικής ή αυτοκριτικής από μέρους του ούτε λόγος βέβαια… Σκοπός είναι να μαζέψουμε το σπασμένα, να διασώσουμε ό,τι σώζεται και να σπρώξουμε κάτω από τα χαλί τα υπόλοιπα…
Ετσι γίνεται σε εμάς… Κι αν θέλετε κάποια σοβαρή κριτική του αστικού γάμου ή των σχέσεων μεταξύ των φύλων, τραβήξτε για Μονμάρτρη… Εκεί είναι κάποιος που λέγεται Αντουάν κι ανεβάζει τους κατσούφηδες του Βορρά, έναν Ιψεν και κάποιον Στρίντμπεργκ… Εδώ εμείς βρισκόμαστε στην Πόλη του Φωτός και του καν-καν, στο κέντρο του κόσμου, όπως τον προλάβαμε, και της Διεθνούς Εκθεσης, όπως τον ευχόμαστε. Εδώ διασκεδάζουμε και μυθευόμαστε, λουσμένοι στο φως μιας διάθεσης που έλειψε για χρόνια από την Ευρώπη και που δεν θα ξαναβρούμε εύκολα ούτε στον νέο αιώνα που με τόση λαχτάρα προσδοκούμε…
Εμείς πηγαίνουμε στο θέατρό μας για να δούμε καθαρό θέατρο. Οχι για να σκεφτούμε, όχι για να κρίνουμε, όχι για να δούμε ποιοι είμαστε, αλλά για να χαρούμε με ό,τι έχουμε γίνει… Κι η αλήθεια είναι πως όποιος επιχείρησε να ξεδιαλύνει τη γοητεία του βοντβίλ, της γαλλικής, όπως λέγεται, φάρσας, έπεσε στην παγίδα των ίδιων του των προθέσεων. Για χρόνια τής προσάπτανε τα μύρια όσα, βλέποντάς την λίγο-πολύ σαν το όπιο της αστικής τάξης ή, ακόμα χειρότερα, σαν το απολίθωμα της χρυσής εποχής της ανεμελιάς και του ακκισμού, της μπελ-επόκ.
Μετά της φόρτωσαν τον θεατρικό βεντετισμό, γιατί η δόλια έμελλε να στηρίξει πολλούς θιάσους πρωταγωνιστών, δίνοντας και παίρνοντας λάμψη από τις εκάστοτε μαρκίζες των θεάτρων τους. Την κατηγόρησαν ακόμα για ηθικό νιχιλισμό και για ταξικό ναρκισσισμό, πολύ πρόσφατα, για αχαλίνωτο σεξισμό. Κατά βάθος ζήλεψαν όλοι αυτό που η ίδια επιδιώκει: μια βραδιά ανόθευτης διασκέδασης, πυκνής και φευγαλέας θεατρικότητας, χωρίς βαρύγδουπες επιδιώξεις και χωρίς εκατέρωθεν κριτική.
Ναι, η «Κυρία του Μαξίμ» είναι θέατρο εμπορικό, εξαρχής εξοπλισμένο με τους μηχανισμούς του χορταστικού, πικάντικου και λαμπερού θεάματος, με το ένα μάτι στραμμένο προς το ταμείο και το άλλο στη λάμψη. Κι όμως, είναι θέατρο τόσο καλοφτιαγμένο, τόσο χυμώδες και κατά βάση τόσο δαιμονικό στη γοητεία του, ώστε να μας παρακινεί να κοιτάξουμε βαθύτερα. Για να το δούμε τελικά σαν έργο όχι μόνο μιας εποχής, αλλά κυρίως μιας πόλης.
Σε αυτό το παλιό έργο λοιπόν έχει ενσταλάξει μια χαρά, μια αυτοπεποίθηση που πηγάζει από την ίδια την πόλη του, τόσο μυθική όσο και υπαρκτή: το Παρίσι… Κλείνει μέσα του την τάση του «παριζιανισμού», που σημαίνει να βλέπεις την πόλη σου σαν την παλιά εκείνη χώρα της Cockaigne, τη μεσαιωνική χώρα της αφθονίας, της ηδονής και ελευθεριότητας.
Ωραία πράγματα αυτά. Μόνο που όταν μιλούμε για την παρουσίασή τους σήμερα, απαιτούν τέχνη στο να ανοίγεις και να σερβίρεις το περιεχόμενό τους. Το στοίχημα για τον σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλο ήταν -και σταθερά παραμένει σε κάθε απόπειρά του να ανεβάσει έργα παρόμοιου ρεπερτορίου- να συνδυάσει τα έργα αυτά, όπως είπαμε συνδεδεμένα με παραδοσιακούς θιάσους πρωταγωνιστών, με το σύγχρονο θέατρο συνόλου.
Ετσι, αντί να έχουμε κεντρικούς ρόλους και παραφερνάλια, η ουσία μετατοπίζεται προς την ομάδα, τον γενικό μηχανισμό της δραματουργίας, ακόμα προς τη συνολική αίσθηση του παιχνιδιού που εκλύεται από όλο τον θίασο και δεν αφορά μια-δυο κεντρικές φιγούρες. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη και ο Θανάσης Αλευράς, η Εμιλυ Κολιανδρή και ο Κώστας Φιλίππογλου, αλλά και οι Θανάσης Δήμου, Κώστας Κορωναίος και Ευαγγελία Καρακατσάνη και οι υπόλοιποι συνθέτουν έναν κόσμο σοβαροφανή από τη μια μεριά, κωμικοφανή από την άλλη.
Εκείνο που με εντυπωσίασε ωστόσο εδώ, πριν ακόμα τη μεταφορά του έργου και την ερμηνεία του από τους ηθοποιούς του ανσάμπλ, ήταν η ίδια η μετάφραση του Μοσχόπουλου. Ενας καταιγισμός από χιούμορ, αληθινή έκρηξη ευφυΐας, που διόλου δεν απομακρυνόταν από το πρωτότυπο μα πατούσε στο σήμερα, και με λεπτούς υπαινιγμούς στις συνθήκες της καραντίνας. Κι έτσι που ο ρυθμός της φάρσας επιβάλλει δαιμονιώδη ταχύτητα στο μπες-βγες, στο κάτσε-σήκω και στο λέω-ξελέω, χρειαζόταν αληθινή προσήλωση για να παρακολουθήσουμε τα όσα λέγονται και ακούγονται στην παράσταση.
Η Ευαγγελία Θεριανού στα σκηνικά και η Κλαιρ Μπρέισγουελ στα κοστούμια, μαζί με τις κομμώσεις του Χρόνη Τζήμου και το μακιγιάζ της Olga Faleichyk έδωσαν το οπτικό σήμα ενός παραβάτη κόσμου. Και δίπλα στη δράση του σκηνοθέτη οφείλουμε να συνυπολογίσουμε τον κινησιολογικό κώδικα της Σοφίας Πάσχου για τα σωματικά γελοιογραφήματα της φάρσας. Τέλος, η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή ήταν το ηχητικό αντίστοιχο του αλαφιασμένου ονείρου της.
Μα εκείνο μόνο που μου έλειψε αυτή τη φορά δεν ήταν η σκηνή… όπως φαίνεται άλλωστε, υπήρχε τόση ζωντάνια στη σκηνή του Εθνικού, ώστε κάμποση να περισσεύει και για τις οθόνες μας. Αυτό που μου έλειψε ήταν η πλατεία… Η φάρσα, βλέπετε, αντανακλάται στους θεατές και επιστρέφει πίσω ενισχυμένη στο αντηχείο του θεάτρου. Χωρίς το γέλιο της, τις εκατέρωθεν αντιδράσεις, χωρίς τη ζωντανή παρουσία δίπλα σου ή την αίσθηση της κοινότητας που προσφέρει η στιγμή αμοιβαίας χαράς και μοιρασμένου κεφιού, πώς να χαρείς αληθινά μια τέτοια γιορτή;
Ας είναι… Οπως έχω πει εδώ και καιρό, έχω αποφασίσει να μην επιχειρώ σε αυτές τις συνθήκες -που δεν αφορούν μόνο την κωμωδία, μα σε αυτήν γίνονται ορατές και πικρές- την πλήρη αποτίμηση μιας παράστασης, σεβόμενος πριν από όλα τους καλλιτέχνες και την τέχνη τους. Μα ας καταγραφεί ακόμα κι έτσι η εκτίμησή μου για αυτή τη δουλειά, που στηρίχτηκε σε έναν καλοκουρδισμένο θίασο 22 ηθοποιών, με τον καθένα να γίνεται μέρος της παραγωγής και υπόλογος του θεάτρου και της χαράς του. Κι ας συνοδευτεί η εκτίμησή μου αυτή με την εξίσου πικρή διαπίστωση πως την κεφάτη, άριστα επεξεργασμένη και ευφρόσυνη μεταφορά της «Κυρίας» και του «Μαξίμ» πιθανόν να μην απολαύσουμε αλλιώς στο κοντινό μέλλον…
