Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι από τις σπάνιες εκείνες μορφές της εμπνευσμένης διανόησης. Οχι λόγω των ακαδημαϊκών τίτλων που τον συνοδεύουν ούτε λόγω του όγκου της συγγραφικής του δημιουργίας ούτε λόγω των διακρίσεων και των αξιωμάτων που μέχρι τώρα είχε στη ζωή του. Κυρίως γιατί είναι δάσκαλος εμπνευσμένος, που πολλές φορές δεν δίστασε να πάρει αποφάσεις που ίσως δυσαρέστησαν κάποιους, αλλά δεν πρόδιδαν τις αρχές που τον καθόρισαν ως προσωπικότητα και ως δάσκαλο.
Επιμένω και επιλέγω αυτή του την ιδιότητα ως τη σημαντικότερη. Οχι με τη στενή έννοια του όρου, αλλά με την ευρύτερη, αυτή που χαρακτηρίζει όσους με σεμνότητα και γνώση αγωνίζονται και αγωνιούν για τη σκέψη των ανθρώπων, ειδικά των νέων. Οσους έχουν εκείνο το χάρισμα να σε οδηγήσουν στο φως από το βάθος του «πλατωνικού σπηλαίου», φροντίζοντας ταυτόχρονα να μην τυφλωθείς και να αντέξεις.
Η συμβολή του Κ. Τσουκαλά στα ελληνικά γράμματα είναι ξεχωριστή. Στο ενεργητικό του μετρά είκοσι δύο βιβλία. Εμφανίζεται επισήμως ως συγγραφέας με την «Ελληνική τραγωδία» που εκδίδεται στην Αγγλία το 1969. Το 2020, 51 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση και 20 αφότου έχει εξαντληθεί, οι εκδόσεις Πατάκη προχωρούν στην επανέκδοσή της. Μια κίνηση διττά συμβολική. Φόρος τιμής για τον διανοούμενο που από το πρώτο αυτό βιβλίο δείχνει πως θα απασχολεί και θα προβληματίζει με το έργο του. Ταυτόχρονα όμως και επαναπροσδιορισμός του ιστορικού γίγνεσθαι με μια εφ’ όλης της ύλης προσέγγιση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Ειδικότερα τώρα που εισήλθαμε αισίως στο 2021 και θα υπάρξουν πολλές μνείες στο ηρωικό ’21, το συγκεκριμένο βιβλίο «όχι ως άψυχο αντικείμενο αλλά ως ζωντανό σημαίνον» έχει λόγο ύπαρξης και δικαιούται να δράσει «καθ’ εαυτό». Η «Ελληνική τραγωδία» ως εν δυνάμει επιτομή της ελληνικής ιστορίας από το 1821 έως το 1969, χωρίς παραλείψεις και διαστρεβλώσεις γεγονότων, παραθέτει σύντομα και υπεύθυνα τα όσα αδιαμφισβήτητα έλαβαν χώρα. Συμβάλλει έτσι στο να συνειδητοποιήσουμε από πού και γιατί ξεκινήσαμε αλλά και πού και πώς φτάσαμε ως κράτος και ως έθνος.
Στις 283 σελίδες ο αναγνώστης συναντά έναν καταιγισμό γεγονότων που απαιτεί εγρήγορση αλλά δεν κουράζει. Ακόμα και ο εμφανής πολιτικός και ιδεολογικός προσανατολισμός, επειδή δεν υποκρύπτεται αλλά παρουσιάζεται με ειλικρίνεια, συμβάλλει περισσότερο στην αξία του πονήματος.
Ο Τσουκαλάς ως συγγραφέας απαιτεί προσήλωση, βάθος σκέψης και προσπάθεια. Αυτό γίνεται εμφανές κιόλας από την «Ελληνική τραγωδία» και παραμένει ίδιον της γραφής του μέχρι και τον «Λεβιάθαν» (2019). Λόγος διεισδυτικός και ευθύβολος, που «δεν στρογγυλεύει γωνίες». Γι’ αυτό και κάποιες φορές γίνεται επώδυνος, αλλά παραμένει γνήσιος με την αυθεντικότητα της αλήθειας του. Μια αλήθεια μακριά από κάθε δογματισμό, που διαμορφώνεται από τη συνεχή και συστηματική μελέτη της κοινωνιολογικής φιλοσοφικής σκέψης.
Στην «Επινόηση της ετερότητας» (2010) παραδείγματος χάρη, είναι εμφανής ο εμπλουτισμός της σκέψης του από σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα (Derrida, Bauman, Agamben κ.ά.). Το στίγμα όμως του προσωπικού στοχασμού, των αναζητήσεων και των προβληματισμών που καθόρισαν την πνευματική του πορεία και ωρίμανση αποτυπώνεται στην «Ελληνική τραγωδία».
Το 1969 τολμά να ασχοληθεί με ιστορικές περιόδους που ακόμα και εν έτει 2020 διχάζουν, πόσο μάλλον όταν γράφεται το βιβλίο. Στα τρία πρώτα κεφάλαια παρουσιάζει τη γέννηση της ανεξάρτητης Ελλάδας, το αστικό κράτος και τις σκληρές δεκαετίες του ’20 και του ’30. Ειδικότερα από το τέταρτο κεφάλαιο και έως το δέκατο, καταγράφει και ερμηνεύει γεγονότα που αφορούν την ιστορία της Αντίστασης, της Απελευθέρωσης, των Δεκεμβριανών, του Εμφυλίου και των επακόλουθών του, την αποτυχία των φιλελευθέρων, τη συντηρητική «σταθερότητα» και την πολιτική επικράτηση των συντηρητικών. Αναφέρεται όμως και στις ξένες δυνάμεις και στο Κυπριακό, στην άνοδο των φιλελεύθερων δυνάμεων (1959-1963), στην Ενωση Κέντρου και στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών.
Η «Ελληνική τραγωδία» αποτελεί επίσης ιστορική πηγή ξεχωριστής σημασίας λόγω της εγγύτητας των πρόσφατων ιστορικών γεγονότων με τη στιγμή καταγραφής τους. Ο απόηχος των εξελίξεων είναι παρών τόσο για τον συγγραφέα όσο και για τον αναγνώστη της εποχής που εκδόθηκε. Η γραφή του Τσουκαλά με δυναμικότητα και ρεαλισμό παραθέτει γεγονότα που καθόρισαν το ιστορικό γίγνεσθαι. Με δωρικότητα -σαφής, καίριος και ξεκάθαρος- οδηγείται σε συμπεράσματα. Με τον ίδιο τρόπο προσεγγίζει και τα τεκταινόμενα ερμηνεύοντας κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και πολιτικές διαδικασίες.
Αξίζει να τονιστεί η αυταξία του νέου πρόλογου του συγγραφέα στην επανέκδοση του βιβλίου: μάθημα σκληρής αυτοκριτικής, ψυχικής εμβάθυνσης, συνειδητοποίηση του διαφορετικού τρόπου γραφής και προβληματισμού, αποδοχή μιας διαμετρικά αντίθετης άποψης για την «πανουργία της ιστορίας», αφού «η ιστορική αφήγηση δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή και πάντα ελλιπής αποκρυπτογράφηση ορισμένων από τα κενά, τις παρανοήσεις και τις αναντιστοιχίες που εμφιλοχωρούν ανάμεσα σε αντιφατικές προθέσεις, σε εσωτερικευμένες εκλογικεύσεις και σε απρόβλεπτα και ανολοκλήρωτα αποτελέσματα».
Στην καταγραφή του ιστορικού συγγραφής της «Ελληνικής τραγωδίας», η μοίρα ορίζεται ως κράμα συμπτώσεων, καμπής αλλά και διάθεσης – εν προκειμένω πνευματικής και συμβολικής πατροκτονίας. Η επίσημη εξομολόγηση και καταγραφή τής σημαντικά λυτρωτικής αυτής επιλογής άνοιξε στον Τσουκαλά δρόμους προσωπικής πρώτιστα ισορροπίας και μετέπειτα επιστημονικής και πνευματικής καταξίωσης. Λειτούργησε ως η έμπρακτη αρχή ελευθερίας και αποδέσμευσης από δυσχερείς μνήμες που σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση της «Ελληνικής τραγωδίας», του έδωσαν τη δυνατότητα να «πιστέψει μετά λόγου γνώσεως πως η μοίρα του ήταν να γίνει δάσκαλος και γραφιάς».
Εντρυφώντας, λοιπόν, στον Τσουκαλά, μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις κατά μέτωπο την ιστορία, να αντιλαμβάνεσαι τα δυσερμήνευτα των κοινωνικοοικονομικών και των πολιτικών συγκυριών, να μη γίνεσαι θύμα των υπερ-απλουστεύσεων. Μαθαίνεις όμως και να σέβεσαι τον εαυτό σου και να τολμάς. Και εν τέλει να αναγνωρίζεις το μεγαλείο ενός Δασκάλου που, όπως οι μεγάλοι κλασικοί μας, είναι η πατρίδα μας.
● Θερμές ευχαριστίες στην εικαστικό Ευστρατία Μαχαιρίδη για την προσωπογραφία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά που φιλοτέχνησε ειδικά για την «Εφημερίδα των Συντακτών».
