Μέσα στο 2020 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία το βιβλίο του Δημήτρη Φιλιππή, επίκουρου καθηγητή στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, το οποίο δυστυχώς δεν γνώρισε την προβολή που του άξιζε λόγω των περιορισμών που έφερε η πανδημία και η καραντίνα. Το βιβλίο μιλάει για ένα από τα δημοφιλέστερα θέματα της διεθνούς ιστοριογραφίας, τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στη δεκαετία του 1930.
Ο ισπανικός εμφύλιος υπήρξε μια σημαντικότερες και επιδραστικότερες εκδηλώσεις των κοινωνικών και πολιτικών ανταγωνισμών του 20ού αιώνα και, ταυτόχρονα, η κατάληξη μακροχρόνιων διαιρέσεων –κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών, εθνοτικών, και πολιτισμικών– της ισπανικής κοινωνίας. Αποτέλεσε για δεκαετίες το σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα αλλά και μοναδικό ιστορικό παράδειγμα κοινωνικής επανάστασης και αυτοδιαχείρισης, της τελευταίας ίσως κοινωνικής επανάστασης στον δυτικό βιομηχανικό κόσμο. Οι συνέπειές του υπήρξαν εξίσου σημαντικές: επικράτηση της δικτατορίας του Φράνκο για περίπου σαράντα χρόνια, εκτελέσεις και φυλακίσεις δεκάδων χιλιάδων αντιφρονούντων, μαζική εξορία, πολιτισμική οπισθοδρόμηση. Το τέλος της δικτατορίας στην Ισπανία (1975) ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα με την κατάρρευση των άλλων δικτατοριών του νότου, στην Πορτογαλία και την Ελλάδα (1974).

Στην Ελλάδα ο απόηχος του ισπανικού εμφυλίου και της επανάστασης έφτασε σε διαφορετικά κύματα και κράτησε τουλάχιστον μισό αιώνα, λόγω των κοινών εμπειριών των δύο χωρών (εμφύλιοι πόλεμοι, δικτατορίες-αντίσταση, μεταπολίτευση, ένταξη στην ΕΟΚ), αλλά και της έμπνευσης που πρόσφερε ο αντιφρανκικός αγώνας. Οι πρωτότυπες ιστοριογραφικές συμβολές που εξετάζουν το γεγονός και τις αλληλεπιδράσεις του με την ελληνική ιστορία εμφανίστηκαν με μεγάλη καθυστέρηση, ουσιαστικά στις αρχές του 21ου αιώνα, και παραμένουν περιορισμένες – σε αυτές περιλαμβάνονται οι εργασίες του Δημήτρη Φιλιππή.
Αντίθετα, η λογοτεχνία και πρωτίστως η ποίηση έχει να παρουσιάσει πολύ πιο πλούσιο έργο – με τη δολοφονία του Λόρκα να αποτελεί συχνά βασική αναφορά και στοιχείο έμπνευσης. Εξίσου αξιοσημείωτος είναι ο αριθμός των μεταφράσεων δοκιμίων, αναμνήσεων, ιστορικών και λογοτεχνικών έργων. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν αριθμητικά και από πλευράς θεματολογικής ποικιλίας οι μεταφράσεις που κυκλοφόρησαν, ήδη από τη δεκαετία του 1970, από μικρούς εκδοτικούς οίκους που συνδέονται με την αριστερά και κυρίως με την αναρχία, αντανακλώντας αναμφίβολα την επίδραση του ισπανικού εμφυλίου και της επανάστασης στην ιδεολογική αναζήτηση λόγου και ταυτότητας του ελληνικού αντικαπιταλιστικού κινήματος.
Το βιβλίο του Φιλιππή καταπιάνεται τόσο με την ιστορία του εμφυλίου όσο και με τη μνήμη του. Το πρώτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην ιστοριογραφία και στις ερμηνείες του εμφυλίου από την πλευρά των νικητών και των ηττημένων της σύγκρουσης, αλλά και στις προσλήψεις του εμφυλίου στην Ελλάδα. Το δεύτερο κεφάλαιο παρακολουθεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, «τη μακρά περίοδο του προ-εμφυλίου», από τα τέλη του 19ου αι. έως το στρατιωτικό πραξικόπημα της 18ης Ιουλίου 1936, και στη συνέχεια την εξέλιξη του φρανκισμού από τον πόλεμο μέχρι τη μετάβαση στη δημοκρατία.
Ο Φιλιππής επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στη μνημονική πολιτική που ακολούθησε το φρανκικό καθεστώτος (την «επιταγή της λήθης») και στις αντιφάσεις της (τη σκληρή καταστολή των αντιφρονούντων μέχρι το τέλος της δικτατορίας). Στη συνέχεια περιγράφει πώς το «εθνικό αφήγημα της συναίνεσης», η συμφωνία δηλαδή μεταξύ μεταρρυθμιστών του φρανκικού καθεστώτος και παράνομης αντιπολίτευσης, οδήγησε στο πνεύμα της «υποχρεωτικής ιστορικής αμνησίας», μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα, αποθαρρύνοντας την επανεξέταση τόσο του εμφυλίου όσο και της φρανκικής δικτατορίας.
Το τρίτο κεφάλαιο επιστρέφει στην ιστορική συγκυρία του εμφυλίου δίνοντας έμφαση στη διπλωματία, την κατασκοπεία και την προπαγάνδα. Σύμφωνα με τον Φιλιππή, οι παράγοντες αυτοί συνέβαλαν πολύ περισσότερο από ό,τι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην τελική έκβαση του πολέμου. Το τελευταίο κεφάλαιο εξετάζει τη σύγκρουση με βάση τους μακροχρόνιους διχασμούς της Ισπανίας σε κοινωνικό, εθνοτικό και πολιτικό επίπεδο: τις ταξικές διαιρέσεις μεταξύ αγροτών/εργατών και μεγαλογαιοκτημόνων του νότου/καπιταλιστών του βορρά, τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στη συγκεντρωτική Μαδρίτη και τις επιμέρους περιφέρειες (κυρίως την Καταλονία και τη Χώρα των Βάσκων), τους διαφορετικούς προσανατολισμούς για την πολιτική και οικονομική οργάνωση της χώρας, τον παράγοντα της θρησκευτικής πίστης και τον ρόλο της Εκκλησίας. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με ένα πολύ χρήσιμο παράρτημα που περιλαμβάνει ένα σύντομο και ενδεικτικό γλωσσάρι όρων και εννοιών, πολιτικών οργανώσεων, κοινωνικών και πολιτιστικών θεσμών και παραγόντων, απαραίτητο για όσους και όσες δεν είναι εξοικειωμένοι/ες με τη νεότερη ισπανική ιστορία.
Η μελέτη του Φιλιππή συνιστά μια σημαντική συμβολή στην ιστοριογραφία του θέματος. Θα αναφέρω τις κυριότερες, κατά τη γνώμη μου, αρετές της: τον διεισδυτικό τρόπο με τον οποίο περιγράφονται οι πολλαπλές διαιρέσεις της «πληθυντικής» Ισπανίας και οι διαμάχες περί ισπανικότητας· την τάση του συγγραφέα να συμπληρώνει την ιστορική προσέγγιση με σταχυολογημένες παρατηρήσεις για την ισπανική κουλτούρα αλλά και για τις επιδράσεις του εμφυλίου στη λογοτεχνία, την ισπανόφωνη αλλά και την ελληνόφωνη· και τον πλούσιο και επεξηγηματικό υποτιτλισμό που δίνει τη δυνατότητα για παράλληλες αφηγήσεις επί του ίδιου θέματος.
*Ο Λ. Χασιώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ
