ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Στέλλα Νιώτη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ένταση της εγκληματικής δράσης της Χρυσής Αυγής στη διάρκεια του 2013 εκδηλώθηκε σε συνθήκες όξυνσης του κρατικού αυταρχισμού. Ο αυταρχισμός της εξουσίας και η καταστολή της κοινωνικής αντίδρασης ή ακόμα και η λαϊκή παθητικότητα χαρακτήρισαν όλες τις κυβερνήσεις της χώρας μετά την ένταξή της στο ΔΝΤ και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ΠΑΣΟΚ: 2009-2011, ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ.-ΛΑΟΣ: 2011-2012, Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ: 2012-2015).

Οι πρακτικές αυτές εντάθηκαν περισσότερο στο διάστημα της διακυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Αντ. Σαμαρά (2012-2015) για να οδηγήσουν σε μια σύστοιχη διωκτική δράση της αστυνομίας και εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής. Το μέτωπο της κυβέρνησης Σαμαρά απέναντι στους εργαζόμενους και τον συνδικαλισμό τους, με μια αντιαριστερή-αντικομμουνιστική ρητορική επηρεασμένη από την εποχή του Εμφυλίου, που είχε αποκορύφωμα τέσσερις επιστρατεύσεις σε κλάδους εργαζομένων (ναυτεργάτες, εργαζόμενοι ΣΤΑΣΥ και ΔΕΗ, εκπαιδευτικοί), λειτούργησε απελευθερωτικά για την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής.

Η εγκληματική οργάνωση, ανενόχλητη από το πολιτικό σύστημα και ισχυροποιημένη από την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση, διεύρυνε το πεδίο των στόχων της και επιτέθηκε, εκτός των αλλοεθνών, στους παραδοσιακούς ιδεολογικούς αντιπάλους, τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και τον αντιφασίστα Παύλο Φύσσα, με ανθρωποκτόνα κίνητρα.

Το στοιχείο που συνέδεσε την αύξηση της διωκτικής δράσης της αστυνομίας με την ταυτόχρονη άνοδο της εγκληματικής δράσης της Χρυσής Αυγής στη διάρκεια του 2013 ήταν ο κοινός ιδεολογικός προσανατολισμός στη μεταχείριση του πολιτικού αντιπάλου. Ο κοινός προσανατολισμός είναι αυτός που απορρέει από τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα στην ιδεολογία του κρατικού αντικομμουνισμού, τον αυταρχισμό των μηχανισμών της εξουσίας και του κοινωνικού ελέγχου και τις πρακτικές του φασιστικού παρακράτους.

Οι δεσμοί αυτοί διήρκεσαν μια μακρά περίοδο, από τον Εθνικό Διχασμό το 1915-16 έως τη μεταπολίτευση το 1974, επηρέασαν την πολιτική αντίληψη και πρακτική του συντηρητικού χώρου και του φασιστικού του βραχίονα και χαρακτήρισαν τη δράση των μηχανισμών του επίσημου κοινωνικού ελέγχου και του φασιστικού παρακράτους, της αστυνομίας και των παρακρατικών οργανώσεων, ιδιαίτερα στις περιόδους έντασης των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων, που συχνά κατέληγαν στη δημοκρατική εκτροπή και την επιβολή στρατιωτικών καθεστώτων.

Στις σύγχρονες εκφράσεις του ο ιδεολογικός προσανατολισμός του δεξιού εξτρεμισμού τροφοδότησε ένα νέο κύμα τρομοκρατικής και εγκληματικής δράσης στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, οπότε περιορίστηκε η δίωξη και διάλυση οργανώσεων και στελεχών τους, σε σύγκριση με τη δραστηριότητα των διωκτικών αρχών στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Η δράση αυτή ήταν και πάλι επακόλουθο της κυβερνητικής σκλήρυνσης απέναντι στους εργαζόμενους και τον συνδικαλισμό τους, που εκφράστηκε με την καταστολή της κοινωνικής αντίδρασης. Σ’ εκείνες τις συνθήκες η σύστοιχη δράση της αστυνομίας και των ακροδεξιών και νεοφασιστικών οργανώσεων εξελίχθηκε στο υπόβαθρο της ιδεολογικής και πολιτικής υποχώρησης της Αριστεράς, που παρ’ όλα αυτά εξακολούθησε να αντιμετωπίζεται ως εσωτερικός εχθρός.

Η σταδιακή παύση των διώξεων βασικών στελεχών του δεξιού εξτρεμισμού, του Πλεύρη και του Μιχαλολιάκου, οδήγησε στην ίδρυση του κόμματος της Χρυσής Αυγής το 1993, που λίγο αργότερα, από το 1996 και μετά, θα περάσει με μια συνέπεια και συστηματικότητα από την τρομοκρατική στην εγκληματική δράση, με επιθέσεις σε βάρος καταρχάς εργατών, συνδικαλιστών, μαθητών, φοιτητών και οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, για να επεκταθεί στους αλλοεθνείς πληθυσμούς και τις πολιτισμικές μειονότητες. Η δράση αυτή κορυφώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα με την πολιτική δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής με την απόφαση του δικαστηρίου αποτελεί αναμφίβολα ένα σοβαρό τραύμα για τον χώρο του δεξιού εξτρεμισμού, αφού οι ποινικές συνέπειες περιορίζουν τη δυναμική του χώρου και τις εκδηλώσεις της. Ωστόσο το τραύμα μπορεί να αποδειχθεί προσωρινό αν εξακολουθήσουν οι προσπάθειες παλινόρθωσης του κρατικού αυταρχισμού, με αντιδημοκρατικό και αντιαριστερό-αντικομμουνιστικό προσανατολισμό, και ενταθεί η προσπάθεια αυτονόμησης των μηχανισμών του κοινωνικού ελέγχου, της αστυνομίας, από τους περιορισμούς που θέτει στην κατασταλτική δράση τους το δημοκρατικό πλαίσιο. Το τελευταίο είναι αυτό ακριβώς που βλέπουμε να εκτυλίσσεται με, καθαρά, κυβερνητικές επιλογές και, σταθερά, με αιτιολογία τη δημόσια υγεία – άρα, υποτίθεται, το «εθνικό συμφέρον» των παλαιότερων εποχών.

Αν η εξέλιξη αυτή αποτελεί πολιτική επιλογή, τότε η πολιτική πόλωση θα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιη, όπως και η πολιτική βία που μπορεί και πάλι να απελευθερωθεί είτε με την ανασύσταση είτε από τη συγκρότηση νέων φασιστικών οργανώσεων, με πρωτοστάτες στελέχη τους που έχουν διωχθεί και παραμένουν ασύλληπτα για να αποτελέσουν πόλο έλξης για τα άτομα και τα κοινωνικά στρώματα που ελκύονται και στρατεύονται σε αυτές τις απόψεις.

 * κοινωνιολόγος