• -Γεννήθηκα λοιπόν στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Εξι χρόνια αργότερα ήρθα στην Ελλάδα. Δεκάξι χρονών ήμουνα όταν πρωτομπαρκάρισα σε καράβι. Κι από τότε ταξιδεύω συνέχεια, χρόνια ολόκληρα, σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους τόπους. -Γιατί διαλέξατε τη θάλασσα; Τι σας τράβηξε σ’ αυτή; -Ο αέρας της. Ηθελα να ’μαι λεύτερος. Δεν ήθελα να μπω σ’ ένα ζυγό. Δεν ήθελα να υποταχτώ. Η ανεξαρτησία ζύγιζε για μένα περισσότερο από καθετί άλλο. Οσο μ’ εμπόδιζαν τόσο πείσμωνα. Και το κεφαλλονίτικο πείσμα μου θέριεψε την απόφασή μου να μπαρκάρω.
Δίνω εξαρχής τον λόγο στον Κόλια. Με τούτο το ρώσικο υποκοριστικό του Νικόλας προσφωνούσαν τον Νίκο Καββαδία οι στενοί συγγενείς και οι φίλοι. Ετσι υπέγραφε άλλωστε και ο ίδιος την αλληλογραφία του απ’ τους ωκεανούς. Πρωτόδε το φως τέτοιες μέρες του 1910 στη μακρινή Ανατολή, όπου ο πατέρας του Χαρίλαος διατηρούσε οίκο γενικού εμπορίου με οικονομικό αιμοδότη τον τσαρικό στρατό. Φύσει συνεσταλμένος, σπανίως έδινε συνεντεύξεις. Η περιπέτεια των ερωτήσεων και των απαντήσεων τον ξεβόλευε χειρότερα απ’ όσο η στεριά. Οι μετρημένες στα δάχτυλα που παραχώρησε, συνήθως σε έντυπα περιορισμένης κυκλοφορίας, βρίσκονται συγκεντρωμένες στον τόμο «Ο αρμενιστής ποιητής», με έρευνα και εισαγωγή του Μ. Γελασάκη (Αγρα, 2018).
Το 1966 μίλησε στην τότε μαθήτρια Νανά Νταουντάκη για το γυναικείο περιοδικό «Ομορφιά» απ’ όπου παραθέτω ακόμη ορισμένα εύγλωττα αποσπάσματα. • Είναι τρεις δουλειές με φυλλάδιο: οι γυναίκες του λιμανιού, οι θεατρίνοι κι εμείς. Ολος ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει δουλειά σαν πουκάμισο, εμείς οι τρεις ποτέ! Ποτέ! Αναθυμιέμαι ένα γέρο ναυτικό που ξημεροβραδιαζόταν στο λιμάνι να κοιτάζει τα πλοία που φεύγανε, με καρφωμένο το μάτι, πέρα μακριά, ακόμη κι ύστερα που το πλοίο είχε χαθεί στη γραμμή του ορίζοντα.
• Το πιο δύσκολο είναι να ζεις στην πολιτεία, όχι στη θάλασσα. Φοβάμαι τη στεριά, το χώμα. Ο βυθός ανοιχτά είναι καθαρός. Κι αν σ’ αρπάξει το ψάρι, είναι κάτι που το ξέρεις πια ζώντας, το τρως κι εσύ. Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το ’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια. Εσείς οι στεριανοί μάς λυπάστε γιατί δεν έχουμε σπίτι, γιατί περπατάμε μ’ ανοιχτά πόδια, γιατί φοράμε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ασιδέρωτα ρούχα στο πόρτο. Εγώ σας χαίρομαι. Σίγουρο κρεβάτι κι ήρεμος ύπνος. Καφέ στο κομοδίνο κι εφημερίδες. Εκδρομή το Σαββατοκύριακο με κεφτέδες. Ομως δεν αλλάζω τη δουλειά μου με τη δική σας, ούτε για μια μέρα.
• -Γιατί δεν γράφετε πια; Τι σας εμποδίζει; -Τίποτα, αλλά νά, δεν μπορώ! Οταν γράφεις είναι σα να γδύνεσαι μπροστά στους άλλους. Σαν ν’ ανοίγεις το στήθος σου για να δείξεις την καρδιά σου, την ίδια σου την ψυχή. Κι αυτό δεν μπορείς να το κάνεις πάντα.
