Η σπουδαία Ρένη Πιττακή είπε τις προάλλες: «Δεν κρύβω ότι αισθάνομαι ένοχη που δεν ήμουν σε μια αντιστασιακή ομάδα στη χούντα. Μακάρι να είχα τα κότσια της Κίττυς Αρσένη. Εμείς κλειστήκαμε στο θέατρο και κάναμε αντίσταση επιλέγοντας κάποια έργα…». Θύμισε και θαύμασε τη συνάδελφό της Κίττυ, που ενώ έπαιζε στο θέατρο, δρούσε παράτολμα ως μέλος του Πατριωτικού Μετώπου. Τη συνέλαβαν και την έκλεισαν στο ευαγές ίδρυμα της οδού Μπουμπουλίνας, απ’ όπου πολλοί περάσαμε. Κι άλλοι, όσα βίωσαν εκεί, τα κράτησαν μέσα τους, ενώ άλλοι, όπως η Κίττυ, τα κυκλοφόρησαν γιατί δεν έπρεπε να ξεχαστούν.
Οταν μετά την αμνηστία βγήκε με αναστολή, το έσκασε παράνομα και στο τρένο, στις διαδρομές Παρίσι-Στρασβούργο, πηγαίνοντας να καταθέσει στο Συμβούλιο της Ευρώπης, έγραψε τις μέρες και τις νύχτες του εγκλεισμού της. Τα χειρόγραφα έφτασαν στον Θόδωρο Μαλικιώση κι έγιναν βιβλίο με τον τίτλο «Μπουμπουλίνας 18» (Εκδόσεις Θεμέλιο, 1975). Με μονολόγους, διαλόγους και εν χορώ κραυγές από τους βασανιστές της, Μπάμπαλη, Λάμπρου, Μάλιο, Γκραβαρίτη. Κραυγές που για καιρό κλείστηκαν βαθιά στ’ αυτιά της. «Γδύστε την», «στο μηχάνημα», «τη θεατρίνα θα την αποτελειώσουμε το βράδυ στην ταράτσα…». Και με τον πόνο να τον συνηθίζει τόσο που αναρωτιόταν «πώς γίνεται να σε χτυπάνε και πλέον να μην πονάς;».
Το μικρό πυκνό βιβλίο της κλείνει με τα λόγια μιας άλλης επίσης κρατούμενης στην απομόνωση, της Νατάσας. Η οποία έγκυος έχασε το παιδί της από το ξύλο και είπε στον φρουρό της: «Μπορώ να μείνω σ’ ένα κελί πολύ μικρότερο από τούτο δω, 100, 200 μέρες. Μια ώρα να βάλουνε εσένα εδώ μέσα, θα σκάσεις. Εγώ μπορώ να μείνω γιατί έχω δίκιο». Η Κίττυ Αρσένη, που γεννήθηκε στο Αργοστόλι (αδελφή του Γεράσιμου Αρσένη), σπούδασε δίπλα στον Κάρολο Κουν και εκλέχτηκε γενική γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 2013. Μια από τις πολλές και τους πολλούς που δεν ξεχνιούνται.
