ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Λιούτσια*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο διαλεκτικό δοκίμιό του «Φόβος και Τρόμος», ο Soren Kierkegaard ξεχωρίζει δύο είδη απελπισίας. Η πρώτη είναι η απελπισία της θηλυκότητας ή της αδυναμίας. Είναι εκείνη η απελπισία τού «να μη θέλεις να είσαι ο εαυτός σου», να νιώθεις ξένος προς αυτόν, κι ωστόσο να μην μπορείς να είσαι κάποιος άλλος.

Το δεύτερο είδος απελπισίας είναι η, αποκαλούμενη από τον ίδιο, απελπισία του ανδρισμού: «το να θέλεις απελπισμένα να είσαι ο εαυτός σου». Η απελπισία του να μην μπορείς ποτέ να είσαι εντελώς εσύ. Ο κόσμος θέλει να είσαι κάποιος άλλος, οπότε για να μπορέσεις να παραμείνεις ο εαυτός σου πρέπει να απορρίψεις τον κόσμο.

«Κάποιοι άλλοι» είναι οι ήρωες του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, και σ’ αυτούς μοιάζει να συνενώνονται και τα δύο είδη απελπισίας. Ιδιαίτερα, ο κεντρικός ήρωας και φωνή του αφηγητή, ο Βαγγέλης, καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος προσπαθεί να ξεμπλέξει τα νήματα που πλέκουν το ποιος είναι, ποιος περιμένουν οι άλλοι ότι είναι, πώς αυτός ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους και, εν τέλει, το ποιος θέλει να γίνει.

Πάνω του βαραίνουν στερεότυπα χρόνων και χρόνων για την εικόνα του «σωστού» άντρα. Ο Βαγγέλης, παρότι παρουσιάζεται ως ένας σύγχρονος νεαρός άντρας με ανοιχτούς ορίζοντες, δεν καταφέρνει να ξεφύγει πάντοτε από τους προκατασκευασμένους ρόλους των δύο φύλων και από τις επιταγές της κοινωνίας. Παλινωδεί συνέχεια ανάμεσα στα δύο είδη απελπισίας: θέλει να ξεφύγει από τη ζωή του κι ωστόσο κάνει τα πάντα για να τη διατηρήσει.

Τι κι αν είναι εκείνος, για παράδειγμα, που χωρίς να παραπονιέται κάνει τις δουλειές του σπιτιού γιατί η γυναίκα του, η Μάρω, το έχει από πάντα κάνει σαφές ότι δεν καθαρίζει; Είναι εκείνη που φέρνει τα λεφτά στο σπίτι, που βγαίνει έξω στον κόσμο, που λύνει κάθε διαφορά με τους ταμίες του σουπερμάρκετ, είναι εκείνη δηλαδή που αναλαμβάνει όλους τους παραδοσιακά ανδρικούς ρόλους, ενώ εκείνος κάθεται στην κουζίνα περιμένοντάς την, ανήμπορος ακόμη και να κλάψει. Αυτό μοιάζει να δημιουργεί μια σύγχυση στον ήρωα. Από τη μια αναγνωρίζει στη γυναίκα του όλον αυτόν τον δυναμικό τρόπο με τον οποίο τον «προστατεύει» και ξέρει τι «πρέπει» να κάνει για να είναι καλός σύζυγος, από την άλλη δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει για να είναι με επιτυχία ο εαυτός του. Νιώθει παροπλισμένος, σχεδόν ευνουχισμένος.

Θα μπορούσε κάποιος να πει πως εκτός των πολλών άλλων θεμάτων που θίγονται στο μυθιστόρημα αυτό, έχουμε και μια πολύ καλή εικόνα του βάρους που φέρει ο «σεξισμός» όταν λαμβάνει αρσενικό πρόσημο. Τα πρότυπα δεν πιέζουν μόνο τις γυναίκες να είναι Barbie, αλλά και τους άντρες να είναι macho. Αναρωτιέται μήπως θα έπρεπε να είναι κάπως αλλιώς. Γιατί δεν είναι όπως ο κυνηγός πατέρας της Μάρως; Γιατί δεν μπορεί να ζει την περιπετειώδη ζωή τού κάθε Ρέι και του κάθε Στίριτς; Ή μήπως μπορεί ακόμη και από την ασφάλεια του καναπέ του;

Ο Βαγγέλης προσπαθεί να βρει τα παπούτσια του και τον βηματισμό του σ’ έναν κόσμο που αποδεχόταν αυτό που κάποτε υπήρξε αλλά αδιαφορεί για το παρόν του και το μέλλον του ως αυτός που είναι τώρα. Αισθάνεται πίεση κοινωνική, πίεση προσωπική, προσπαθεί με απελπισία σχεδόν να γίνει κάποιος άλλος, ακόμη κι αν αυτός ο άλλος ήτανε κάποτε ο εαυτός του. «Ηταν σαν να ξύπνησα ένα πρωί τόσο υπέροχος που ούτε εγώ δεν μπορούσα να το πιστέψω, και ώς το βράδυ μετά βίας να άντεχα τον εαυτό μου».

Κι όμως, αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για έναν άντρα αποπροσανατολισμένο ή γεννημένο looser. Είναι ένα βιβλίο για όλους όσοι δεν ξέρουν να σταθούν σ’ ολόκληρο τον κόσμο**.

**στίχος του Ζακ Πρεβέρ από το «Απόπειρα περιγραφής γεύματος μεταμφιεσμένων στο Παρίσι – Γαλλία», μτφρ Δήμητρα Δότση – Ανταίος Χρυσοστομίδης

Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης, εκεί ανάμεσα σε σπουδές και επαγγελματική αναζήτηση κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο συλλογικό «Είμαστε όλοι μετανάστες», το 2007, στα 24 του. Και σε έξι χρόνια το αποφασίζει (ευτυχώς) να δώσει τη νουβέλα του «Αλεπούδες στην πλαγιά» (εκδόσεις Πατάκη) και παίρνει μια υποψηφιότητα για το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Το 2017, και χωρίς όλο αυτό το διάστημα να σταματήσει να γράφει αλλά και να διαβάζει (ως κριτικός λογοτεχνίας μεταξύ άλλων συνεργάζεται και με το ένθετο Ανοιχτό βιβλίο της «Εφημερίδας των Συντακτών»), εκδίδει το δεύτερο βιβλίο του «Ομορφοι έρωτες». Περνάει στον χώρο της διαφήμισης για τον επιούσιο, και να τος πάλι με το ολοκαίνουργο βιβλίο του «Κάποιοι άλλοι». Ο Ανυφαντάκης ήρθε στα γράμματα για να μείνει…


Για την τρίτη ποιητική συλλογή της Ιωάννας Λιούτσια, «Η σιωπή σε δυο χώρους» (εκδ. Οροπέδιο), μας είχαν μιλήσει από αυτήν εδώ τη σελίδα των «Νησίδων» ο Τριαντάφυλλος Σιδερίδης και η Μπρικένα Γκίστο (ηθοποιοί, θεατρολόγος ο Τριαντάφυλλος και σκηνοθέτρια η Μπρικένα) στις 11 Απριλίου 2020 («Συγκλίνουσα φυγή»).

Σήμερα, η Ιωάννα έρχεται στην παρέα μας ως αναγνώστρια και γράφει τη δική της κριτική για το μυθιστόρημα του Ανυφαντάκη. Κι εμείς, επειδή η χαρά δεν κρύβεται γι’ αυτά τα συναπαντήματα, βάζουμε ένα ποίημα της Ιωάννας από την προαναφερόμενη συλλογή της.

Ολα με δόσεις

Τα φιλάκια χωρίς κουκούτσια

οι έρωτες δίχως μέλλον

το γάλα από σόγια

γιαούρτια με 0%

coctails χωρίς αλκοόλ

γαλοπούλα βραστή και

τα μπιφτέκια στον ατμό

σαλάτα χωρίς λάδι

κι αντί για παγωτό frozen yogurt.

Καλά που είναι κι ο Μπουκόβσκι

να ισορροπεί τον αλιτήριο μέσα μας.

Και τι είναι ο έρωτας;

Κάποιος που υποσχέθηκε να περιμένει

κάποιον που υποσχέθηκε να γυρίσει.

Στο τέλος, κι οι δυο βγαίνουν ψεύτες.


Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Οι παρουσιάσεις είναι των ίδιων των αναγνωστών, εκείνων ακριβώς για τους οποίους γράφτηκε το βιβλίο. Είναι γραμμένες από αναγνώστες και απευθύνονται σε αναγνώστες. Και αυτό τις κάνει πιο προσωπικές, πιο προσιτές και πιο ανθρώπινες. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας στο [email protected].