Αξιότιμε κύριε Διαμαντή
Από τα χρόνια της «Ελευθεροτυπίας» διαβάζω τις προχωρημένες ιδέες της Αλλοπάρ. Το σημερινό αφιέρωμα (Νησίδες 10-11 Οκτ. 2020), στα συμπαθητικά αλλά και πολύ αγαπητά τετράποδα, μου έφερε μνήμες των παιδικών και εφηβικών σχέσεων μου με δυο γαϊδούρια που είχαμε στη δούλεψή μας, τον Καραμέντζο και τον Χότζα, όπως τα είχε «βαφτίσει» ο μεγαλύτερος αδελφός μου. Δεν ήταν μόνο το δεξί χέρι της οικογένειάς μας, αλλά συνεργάτες και φίλοι.
Στη «μνήμη» τους σας στέλνω ένα απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου, με συμπρωταγωνιστή τον Χότζα. Τίτλος του βιβλίου:
Από το Πόζαρ στο Λουτράκι (1800 – 1970), Λόγια και φωτογραφίες, (Αυτοέκδοση).
Το Λουτράκι είναι τοπική κοινότητα του Δήμου Αλμωπίας, Ν. Πέλλας και τόπος καταγωγής μου
Με εκτίμηση
Νίκος Βόλτσης, συν/χος δάσκαλος (όχι συγγραφέας), Κομοτηνή
Τη φύλαξη των αγελάδων για ολόκληρο το καλοκαίρι την αναλάμβαναν δυο χωριανοί, οι οποίοι φυσικά πληρώνονταν για τη δουλειά τους. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960 φύλαγαν το κοπάδι δυο-δυο οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες των ζώων. Για κάθε ζώο αντιστοιχούσε και μία μέρα φύλαξης.
Το καλοκαίρι του 1967, κοντά στον Δεκαπενταύγουστο, έφτασε για φύλαξη και η σειρά της οικογένειάς μου. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να πάει γιατί, τις ίδιες μέρες, ήταν η σειρά του να φυλάξει το κοπάδι. Ο αδελφός μου ήταν στον στρατό. Ετσι σε αυτές τις περιπτώσεις ο κλήρος πέφτει στον «γενναίο». Και αυτός ήμουν εγώ, ο δεκαπεντάχρονος έφηβος.
Το πρόβλημα δεν ήταν η φύλαξη, γιατί εκεί στο βουνό βρισκόταν ήδη ο μπαρμπα-Γιώργος Δουρδουμπάκης. Το πρόβλημά μου ήταν πώς θα έφτανα μέχρι το Μάριαμ και από εκεί στο Ντομπροπόλε, όπου δεν είχα ξαναπάει. (Ντομπροπόλε, περιοχή στα σύνορα με τη Βόρεια Μακεδονία)
Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής το γνώριζα. Για το υπόλοιπο μου έδωσε οδηγίες ο πατέρας μου, τονίζοντάς μου συγκεκριμένα σημάδια που θα έβλεπα. Το πιο παρήγορο, όσο και αν φαίνεται παράξενο, ήταν ότι θα πήγαινα καβάλα με τον γάιδαρό μας που ήξερε τη διαδρομή. Ετσι μου έλεγαν κι έτσι ήταν. Χότζα τον είχε ονομάσει ο αδελφός μου.
Η διαδρομή διαρκούσε γύρω στις πέντε ώρες. Ξεκινήσαμε τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Εγώ και ο Χότζας μου.
Πρώτη στάση, μετά από δυο ώρες περίπου, στο Γκρέζντιν. Ηπιαμε νερό στη βρυσούλα με τη στέρνα που υπήρχε εκεί και συνεχίσαμε μέσα στο δάσος με τις πανύψηλες οξιές. Η απόλυτη ησυχία του δάσους που την τάραζε κάπου κάπου το κρώξιμο κάποιου πουλιού, με ανατρίχιαζε από φόβο.
Συχνά έβαζα δυο δάχτυλα στο στόμα μου και σφύριζα δυνατά ή φώναζα σα να σαλαγούσα πρόβατα. Το άκουσμα της δικής μου φωνής μού έδινε λίγο θάρρος. Το θάρρος μου έγινε μεγαλύτερο, όταν κατάφερα να «πείσω» τον Χότζα μου να γκαρίσει και το γκάρισμά του ακούστηκε σε όλο το δάσος.
Οταν βγήκαμε από το πυκνό δάσος και φτάσαμε στο ξέφωτο της διασταύρωσης Πρισέκ(α)τα τα πράγματα καλυτέρεψαν. Ακολουθήσαμε τη δεξιά διαδρομή, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχα, και φτάσαμε στο Μάριαμ, όπου ήταν το μαντρί των αγελάδων.
Κάτω από τις γιγάντιες οξιές υπήρχε μια καλύβα κατασκευασμένη από κορμούς και κλαδιά οξιάς, όπου για στρώμα είχε φτέρες. Ξεφόρτωσα τα εφόδια τριών ημερών και ακολούθησα τον ένα και μοναδικό δρόμο που οδηγούσε στο Ντομπροπόλε.
Εκεί συνάντησα τον μπαρμπα-Γιώργο και η ψυχή μου βρήκε την ηρεμία της, για να απολαύσω την τριήμερη παραμονή μου στο υπέροχο Ντομπροπόλε.
