Στη σημερινή συνέχεια του μικρού μας αφιερώματος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 θα σταθούμε στη συμβολή του Ναυτικού μας στον Αγώνα. Αντίθετα με τους Τούρκους, που ζούσαν αιώνες τώρα σε στέπες και πεδιάδες, οι Ελληνες, λόγω της γεωγραφίας, ήταν ναυτικός λαός εδώ και χιλιάδες χρόνια. Με πλοία έστησαν τις αποικίες τους στη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ιταλία και με πλοία επικοινωνούσαν με τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.
Την εποχή πριν από τον Ξεσηκωμό, η Υδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά διέθεταν αξιόλογους εμπορικούς στόλους και τα πληρώματά τους είχαν αποκτήσει τεράστια πείρα σπάζοντας τον αποκλεισμό της Γαλλίας από τους Βρετανούς κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Τα πλοία τους ήταν μικρά, αλλά πολύ ευέλικτα και εξοπλισμένα για να αντιμετωπίζουν τους πειρατές. Απ’ την άλλη, οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν κατά βάση ελληνικά πληρώματα, τα οποία, με την έναρξη της Επανάστασης, άλλαξαν στρατόπεδο. Αναγκαστικά οι Τούρκοι ναυτολόγησαν άτομα που δεν ήξεραν από θάλασσα. Το αποτέλεσμα περιγράφει γλαφυρά ο Ρίτσαρντ Γκριν, Βρετανός υποπρόξενος, τότε, στην Πάτρα:
«Ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνουν οι νεοσύλλεκτοι ναύτες να ξεχωρίζουν τα διάφορα σχοινιά των (ιστιοφόρων) πλοίων είναι ο εξής: Οι τσαούσηδες (αξιωματικοί) κρεμούσαν πάνω σε κάθε σχοινί ένα λάχανο, ένα τσιμπούκι, μια κορδέλα. Και τα παραγγέλματα ήταν “σηκώστε το λάχανο” ή “κατεβάστε το τσιμπούκι”… Κάτι ανάλογο επινόησαν και οι Ελληνες αξιωματικοί το 1912-13, για να ξέρουν κατά πού να στρίβουν οι -κατά κανόνα- αγράμματοι φαντάροι: Τους κρέμασαν από ένα σκόρδο στο αριστερό αυτί και ένα κρεμμύδι στο δεξί και όταν φώναζαν “σκόρδο”, οι φαντάροι έστριβαν αριστερά, κι όταν άκουγαν “κρεμμύδι έστριβαν δεξιά.
Ο τουρκικός στόλος διέθετε πολλά μεγάλα “πλοία γραμμής”, όπως λέγονταν, εξοπλισμένα με 80-100 κανόνια το καθένα. Τα μικρά ελληνικά πλοία, με 20-30 κανόνια το πολύ, δεν μπορούσαν να τα αντιμετωπίσουν σε κανονική ναυμαχία. Ετσι κατέφυγαν στα πυρπολικά, ένα παλιό αλλά πολύ αποτελεσματικό όπλο στα χέρια τολμηρών και έμπειρων ναυτικών: Ενα καΐκι γεμάτο εύφλεκτα υλικά πήγαινε τη νύχτα με κουπιά, αόρατο και αθόρυβο, και γάντζωνε σε ένα αντίπαλο πλοίο. Ο πυρπολητής έβαζε φωτιά στο καΐκι και μετά έμπαινε σε μια βάρκα με τους κωπηλάτες και απομακρύνονταν, αθόρυβα, όπως είχαν πάει. Η φωτιά μεταδιδόταν στο εχθρικό πλοίο, και όταν έφτανε στην μπαρουταποθήκη ακολουθούσε μεγάλη έκρηξη και βύθιση του πλοίου.
Μιαούλης, Κανάρης, Πιπίνος, Τομπάζης και άλλοι τολμηροί θαλασσόλυκοι έγιναν έτσι ο φόβος και ο τρόμος των Οθωμανών».
* Το Αλλοπαράκι έχει πάρει φόρα, ενώ ο Ταρζάν, ενθουσιασμένος με όσα διαβάζει, την τσιγκλάει να γράψει κι άλλα. Της έκανε και… παραγγελιά με θέματα που τον ενδιαφέρουν! Ο τρισάθλιος.
