ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ευρώπη, ως συνήθως, κάνει λίγα και τα κάνει αργά. Σε αντίθεση με τον Ερντογάν που –για πολλούς δικούς του λόγους– δείχνει να βιάζεται. Ωστόσο, οι ανακολουθίες που εκδηλώνονται και από τις δύο πλευρές περιπλέκουν την κατάσταση στην περιοχή μας και επηρεάζουν Ελλάδα και Κύπρο. Ο Ερντογάν θέλει ανατροπή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Και εδώ, η Ευρώπη δεν εμφανίζεται με ενιαία γραμμή. Η προεδρία της Γερμανίας επιθυμεί να κρατήσει ανοιχτή την προοπτική των κυρώσεων κατά της Τουρκίας, προσβλέποντας στη μακροπρόθεσμη τιθάσευση του περιφερειακού μαστόδοντου στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Είναι ευκολοδιάκριτη η γραμμή Μέρκελ – Ερντογάν, αλλά όχι και τόσο, λ.χ. Μακρόν – Ερντογάν. Είναι επίσης γνωστές οι «σχέσεις αίματος» μεταξύ Μπόρις Τζόνσον και Ερντογάν.

Συνεπώς, για τον Ερντογάν είναι ορατό το καρότο και μάλλον αόρατο το μαστίγιο. Και η Ελλάδα υποτίθεται ότι πάει για διάλογο με την Τουρκία, υπό το βλέμμα της Ευρώπης. Βέβαια, υπό τις παρούσες συνθήκες, η Ελλάδα καλώς αρνείται τον διάλογο. Ενδεχομένως, εάν ο Ερντογάν συνεχίσει τις προκλήσεις του, θα εκνευρίσει και τους τελευταίους που βλέπουν φιλικά (Γερμανία, Αγγλία, Ολλανδία κ.ά.) τις γραμμές επικοινωνίας, διαλόγου και συνεργασίας αλλά και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας – για τα οποία ο Ερντογάν δείχνει να αδιαφορεί. Αυτή είναι η τρέχουσα εικόνα.

Η εικόνα αυτή έχει αρνητικές συνεπαγωγές για τις ελληνικές και κυπριακές θέσεις στην περιοχή. Επιπλέον, η παρούσα ελληνική πολιτική τάξη (ως σύστημα), μεταξύ άλλων, έχει ένα μειονέκτημα. Είναι απολύτως βέβαιη για την αλληλεγγύη της Ευρώπης. Θαυμάζει και και εμπιστεύεται τους ομολόγους της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, απεμπολεί τις δυνατότητές της να σκέφτεται για το καλό της χώρας και να σκέφτεται μακροπρόθεσμα. Για παράδειγμα, η βιασύνη του ελληνικού συστήματος να κλείσει την «υπόθεση Siemens» για να μη στενοχωρήσει τη Γερμανία, επιτρέπει στη Siemens αφενός να συνεχίζει να κάνει χρυσές δουλειές με το ελληνικό Δημόσιο και αφετέρου να έχει την ευχέρεια (υπό της παρούσες δύσκολες συνθήκες για την Ελλάδα) να μεταφέρει ύστερα από παρουσία 155 χρόνων στου Ρέντη την πάλαι ποτέ ΠΙΤΣΟΣ (σήμερα BSH-PITSOS της SIEMENS-BOSCH) από την Ελλάδα και να την εγκαθιστά στην Τουρκία, αφήνοντας στην ανεργία όλους τους εδώ εργαζόμενους.

Τι δεν κατανόησε η κυβερνώσα ελληνική τάξη όλα αυτά τα χρόνια; Λειτουργώντας σταθερά ως υποτακτική τάξη, δεν είδε ξεκάθαρα τα παράδοξα στην πορεία της ευρωπαϊκής υπεροχής. Τα περισσότερα πλεονεκτήματα της Δυτικής Ευρώπης συνδέθηκαν με την άνοδο και την ενίσχυση του αποικιακού κράτους του 19ου αιώνα, το οποίο λειτούργησε αντιστρόφως ανάλογα με την οικονομική πρόοδο των χωρών της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Ασίας (δίχως να μιλήσουμε για τη Λατινική Αμερική).

Ωστόσο, το συντριπτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ορισμένων περιοχών του σημερινού πυρήνα της Δυτικής Ευρώπης ήταν καθαρά αυτό της σχέσης του πολέμου με την οικονομία. Το έχουν επισημάνει αρκετοί ιστορικοί της κοινωνίας και της οικονομίας. Λ.χ., ο C. A. Bayly στο βιβλίο του «Η γέννηση του νεωτερικού κόσμου, 1780-1914» (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2013) είναι ξεκάθαρος: «Οι Ευρωπαίοι βελτιώθηκαν στο να σκοτώνουν». Οι άγριοι ευρωπαϊκοί ιδεολογικοί και «εκπολιτιστικοί» πόλεμοι από τον 17ο αιώνα και μετά, συνέδεσαν τον πόλεμο με την οικονομία και τις εμπορικές καινοτομίες, αυξάνοντας όλα τα πλεονεκτήματά τους, σ’ όλες τις συγκρούσεις, όπου κι αν ξεσπούσαν, για τους επόμενους αιώνες έως σήμερα.

Τι κάνει λοιπόν ο Ερντογάν; Προχωράει σε αναθεωρητισμό της διεθνούς τάξης. Προκαλεί. Απειλεί. Εξάγει το ενδεχόμενο πολέμου αμφισβητώντας τα κυριαρχικά δικαιώματα των γειτόνων του. Και τι κάνει η Ευρώπη; Καταδικάζει, αλλά σε ήπιους τόνους. Προτάσσει τη διπλωματία και τον διάλογο. Οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. (πρώτη η Γερμανία) έχουν συμφέροντα στην Τουρκία. Κάνουν δεύτερες και τριτο-τέταρτες σκέψεις προκειμένου να κερδίσουν πολιτικό χρόνο – κάτι που λειτουργεί επ’ ωφελεία του Ερντογάν και εις βάρος της Ελλάδας. Και τι άλλο κάνουν; Ο,τι έκαναν πάντα. Συνδέουν τον πόλεμο με την οικονομία. Σήμερα, συνδέουν το ενδεχόμενο πολέμου με την οικονομία τους (βλέπε Μακρόν και ελληνικοί εξοπλισμοί). Στο τέλος, ούτε ακριβώς πόλεμος θα υπάρξει ούτε ακριβώς ειρήνη. Ούτε ασφάλεια, πρόοδος και συνύπαρξη των λαών. Θα συνεχίζονται οι πονηριές, οι καχυποψίες, οι αυτοκρατορικές αξιώσεις, οι νεο-αποικίες στον 21ο αιώνα.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα τα παραπάνω οφείλει να τα δει. Ολα ξεκινούν από τα εθνικά κράτη και όλα εκβάλλουν στις περιφερειακές ζώνες και στην παγκόσμια κοινότητα. Ο καθένας θέλει την ειρήνη. Αλλά τη θέλει α λα καρτ. Για τη δική του χώρα. Οταν διαισθάνεται ότι ο πόλεμος ή το ενδεχόμενο πολέμου θα του φέρει κέρδη, τότε θέλει τα κέρδη.