Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή… Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς… Βαράνε δυο, βαράνε τρεις, βαράνε χίλιοι δεκατρείς. Πονάς εσύ, πονάω εγώ, μα ποιος πονάει πιο πολύ, θα ‘ρθει καιρός να μας το πει… Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα, κακιά σκουριά δεν πιάνει, μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στ’ αγεριού το πόδι…
Κάθε 17 Νοέμβρη συγκλονίζομαι στο άκουσμά τους. Κάθε 17 Νοέμβρη θυμάμαι τον νεαρό φοιτητή της Νομικής γείτονά μου που είχε κατέβει στη σχολή του και με συμφοιτητές του πήγε ώς το Πολυτεχνείο. Γύρισε τρέμοντας σαν το ψάρι και με τα μάτια διασταλμένα από το σοκ, φώναζε: «Πυροβολούσαν. Πυροβολούσαν στο ψαχνό».
Θυμάμαι τη μάνα μου και τον πατέρα μου να μας φορτώνουν φοβισμένοι στην τρίκυκλη μοτοσικλέτα του θείου μου και να μεταφέρουν εμένα στα 12 και την 9χρονη αδελφή μου στα ξαδέλφια μου σε μακρινή από το κέντρο της Αθήνας συνοικία.
Δεν κατάλαβα έτσι το 1973 τι σήμαιναν η εξέγερση και η εισβολή στο Πολυτεχνείο. Το συνειδητοποίησα τα επόμενα χρόνια όταν κάθε χρόνο εκείνη την ημέρα, μαθητές Γυμνασίου πια, μαζευόμασταν έξω από το σχολείο και παρά τις απαγορεύσεις και τις απειλές ξεκινούσαμε για να συμμετάσχουμε στην πορεία. Βλέπετε, τότε ο εορτασμός δεν ήταν θεσμοθετημένος.
Το 1979 τελείωσα το Γυμνάσιο, που στο μεταξύ είχε γίνει Λύκειο και ώς τότε, παρά την άγρια καταστολή, δεν είχαμε θύματα. Τον επόμενο χρόνο, επί κυβερνήσεως Ράλλη, εδάρησαν μέχρι θανάτου ο Κουμής και η Κανελλοπούλου. Φέτος ελπίζω να μη θρηνήσουμε θύματα… για τα «καπρίτσια» όσων αρνούνται ακόμη να καταλάβουν τι σημαίνει Πολυτεχνείο.
