Λίγο πριν από τη δεύτερη καραντίνα, η ΕΛΣ γιόρτασε 80 χρόνια από το πρώτο της ανέβασμα όπερας. Στις 25 Οκτωβρίου 1940 η «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ» είχε παρουσιαστεί στο παλιό «Ολύμπια» αποκλειστικά με τον θίασο του νεοσύστατου θεσμού.
Για το ξεκίνημα της περιόδου 2020/21, στη νέα στέγη της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, επιλέχτηκε η ίδια όπερα. Μετακλήθηκαν ξένοι πρωταγωνιστές, ενώ ο Αργεντινός σκηνοθέτης Ούγκο ντε Ανα προσάρμοσε την παραγωγή που είχαμε πρωτοδεί στο Ηρώδειο το 2013. Λόγω υγειονομικών περιορισμών, η όπερα παίχτηκε στη συνεπτυγμένη ενορχήστρωση του Ετορε Πανίτσα.
Με την παραγωγή αυτή εγκαινιάστηκε, επίσης, η ψηφιακή πλατφόρμα GNO TV διά της οποίας οι παραγωγές της ΕΛΣ θα θα μεταδίδονται -με οικονομικό αντίτιμο- σε Ελλάδα και εξωτερικό μέσω διαδικτυακής τηλεόρασης, Η/Υ, iPad και κινητών τηλεφώνων. Η αναμετάδοση της «Μπάτερφλαϊ» ξεκίνησε στις 25 Νοεμβρίου 2020. Με αναμενόμενη, αυτονόητη έμφαση στα κοντινά πλάνα η φροντισμένη, στρωτή τηλεσκηνοθεσία του Δημήτρη Τζέτζα όρισε ένα θέαμα/ακρόαμα διαφορετικής συνθήκης από το ζωντανό και βασίστηκε σε μαγνητοσκοπήσεις παραστάσεων στις 10 & 16/10/2020. Την παρακολουθήσαμε με πολλαπλό ενδιαφέρον και ευχαρίστηση.
Βεβαίως, η σημασία του βήματος αυτού δεν εξαντλείται εδώ. Παρ’ ότι η εκκίνησή της GNO TV υπήρξε παράπλευρο… κέρδος των πιεστικών συνθηκών της πανδημίας και εφόσον, βέβαια, «ήρθε για να μείνει», αυτή δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί θετικά. Σε μια διαδικασία βεβιασμένης –και υπερκαθυστερημένης!- ενηλικίωσης, η ΕΛΣ θα αρχίσει πλέον να εκτίθεται, να δοκιμάζεται, να κρίνεται και να συγκρίνεται εντοπίως και διεθνώς, θα βγει από την προστατευτική φούσκα της αφάνειας και θα υποβάλλεται στη βάσανο της εξελικτικής βελτίωσης διά του ανταγωνισμού. Να σκεφτούμε μόνον πόσες «Μπάτερφλαϊ» με κορυφαίους πρωταγωνιστές υπάρχουν αυτή τη στιγμή αναρτημένες –δωρεάν- στο διαδίκτυο…
Επιπλέον η ΕΛΣ θα υποχρεωθεί να επιλύσει με λελογισμένο τρόπο χρονίζοντα θέματα δικαιωμάτων προβολής και αναμετάδοσης παραστάσεων, ανοίγοντας –γιατί όχι;- τον δρόμο και για την ανάδειξη πλούσιου ιστορικού υλικού από το αρχείο της. Κάποιοι ίσως ξαφνιαστούν με όλ’ αυτά, ωστόσο –όπως διδάσκει η εξέλιξη στον φυσικό κόσμο- το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι υγιεινό. Οι Ευρωπαίοι θα διαπιστώσουν με άμεση εμπειρία ότι στη βαλκανική περιφέρεια θάλλει ένα εθνικό λυρικό θέατρο με ιστορία, έργο και ορατότητα, ενώ εμείς θα δούμε τους εαυτούς μας να εγγράφονται live στη μεγάλη ευρωπαϊκή πολιτιστική παρέα.
Η πανδημία έπληξε, επίσης, τον προγραμματισμό του κρατικού –μην το ξεχνάμε: έχει σημασία και συνέπειες- Μεγάρου Μουσικής το οποίο ομοίως κινήθηκε σωστά. Αξιοποιώντας τις σύγχρονες διαδικτυακές τεχνολογίες μέσω της πλατφόρμας Megaron online προσφέρει μουσικές παραστάσεις δωρεάν, ζωντανά σε live streaming και, ακολούθως, μαγνητοσκοπημένες για περιορισμένο διάστημα στο facebook.
Στις 23/11/20 ο τσελίστας Κωνσταντίνος Σφέτσας και ο πιανίστας Στέφανος Θωμόπουλος έπαιξαν δυο μείζονες σονάτες του Ρομαντισμού. Καθώς, με εξαίρεση τη μέχρι κορεσμού μονοδίαιτα από πιάνο, ο –και προ κορονοϊού- παραγκωνισμός της μουσικής δωματίου από την αθηναϊκή μουσική ζωή ήταν και παραμένει λυπηρά αισθητός, η γενναιόδωρα πλούσια προσφορά των δυο ταλαντούχων μουσικών υπήρξε νησίδα καθαρής απόλαυσης. Ξεκίνησε με τη «Σονάτα για πιάνο και τσέλο αρ.1» (1862/65) του Μπραμς και ολοκληρώθηκε με τη μοναδική «Σονάτα για τσέλο και πιάνο» (1901) του Ραχμάνινοφ.
Με εξαίρεση κάποια ελάσσονα θέματα ορθοτονίας στο τσέλο στην αρχή, οι ερμηνείες ήχησαν ιδιαίτερα φροντισμένες και διεξοδικά επεξεργασμένες, διέπονταν από σαφή αντίληψη της μουσικής δραματουργίας και του ίδιου ύφους κάθε σονάτας, φροντίδα στη λεπτομέρεια της φραστικής εκτύλιξης, ισορροπημένη σύμπραξη (δυναμικές, στίξεις, συντονισμός) και καλή οικονομία εκφραστικής φόρτισης. Ενδιάμεσα ακούστηκαν δύο σύντομα, φετινά έργα συγχρόνων Ελλήνων συνθετών.
Ο «Σπορέας» του Γιώργου Χατζημιχελάκη (γενν. 1959) ήταν μια πειστική ώσμωση (μετα)μοντέρνας γραφής και ελληνικών παραδοσιακών ακουσμάτων με απολαυστικές βιρτουοζίστικες εξάρσεις. Τυπική του έντεχνα υβριδικού στίγματος του δημιουργού της, η «Μουσική των 11 ημερών» του Κυριάκου Σφέτσα (γενν. 1945) ήχησε ως τίμια, επί-ελληνικού-εδάφους, μεταγραφή του Πιατσόλα. Η σαφώς φλύαρη μαγνητοσκόπηση και η μέτρια ηχογράφηση –στεγνή, με κάπως «τσίγκινο», ρηχό ήχο, άνισες δυναμικές- υπονόμευσε μερικώς τις ερμηνείες των δύο ακμαίων ερμηνευτών.
