ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιάκωβος Γκανούλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠA και την άρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να αποδεχτεί το εκλογικό αποτέλεσμα και να παραδώσει την εξουσία, η έννοια της πολιτικής και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι αν ο Τραμπ δεν είχε παραγνωρίσει τη σημασία της υγειονομικής κρίσης του Covid-19, θα είχε κερδίσει τις εκλογές του Νοεμβρίου. Εκτός από τα εκατομμύρια των Αμερικανών που μολύνθηκαν από τον ιό και τους περισσότερους από 200.000 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους στις HΠA από την πανδημία, η υγειονομική κρίση είχε στην Αμερική και σε όλο τον πλανήτη οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, που ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα την έννοια της πολιτικής ως τέχνης του εφικτού για τη διακυβέρνηση μιας χώρας.

Εδώ θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε στις πηγές της αρχαίας ελληνικής διανόησης και πιο συγκεκριμένα στην «Αθηναίων Πολιτεία» του Πλάτωνα, όταν ο Σωκράτης ρωτάει [332e]: « Τίς οὖν δυνατώτατος εὖ ποιεῖν… τίς πλέοντας πρὸς τὸν τῆς θαλάττης κίνδυνον;». Ποιος λοιπόν είναι ο πιο δυνατός να κάνει καλό σε κείνους που ταξιδεύουν στη θάλασσα σε περίπτωση κινδύνου; Και η απάντηση: ο κυβερνήτης.

Αυτός λοιπόν που ασκεί τη διακυβέρνηση ενός ιστιοφόρου πλοίου, δηλ. ο κυβερνήτης, μπορεί να σώσει το πλοίο και τους επιβάτες σε περίπτωση θαλασσοταραχής και κατ’ αναλογία αυτός που κυβερνά μια χώρα μπορεί ασκώντας κατάλληλη πολιτική, να διασώσει τη χώρα και τους πολίτες από εκτεταμένο κοινωνικό κίνδυνο, όπως η έξαρση μιας πανδημίας.

Σ’ αυτή την άσκηση πολιτικής μπορούμε να διακρίνουμε δύο οριακές περιπτώσεις: 1) την πλήρη αγνόηση του κινδύνου, με τη βεβαιότητα ότι το πλοίο και η κοινωνία αντέχουν, όποτε δεν χρειάζεται ο κυβερνήτης να κάνει τίποτα άλλο από το να περιμένει να περάσει η θαλασσοταραχή και ο κίνδυνος για τους επιβάτες, και 2) ο κυβερνήτης, μη διαθέτοντας γνώση και εμπειρία, να περιοριστεί σε μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση παίρνοντας ακραία μέτρα προφυλακτικότητας, κατεβάζοντας τα πανιά, ρίχνοντας άγκυρα και ακινητοποιώντας το σκάφος και κατ’ αναλογία, αναστέλλοντας τις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες.

Στην πρώτη περίπτωση, που είναι αυτή του Ντόναλντ Τραμπ στην Αμερική και του Μπολσονάρο στη Βραζιλία, η αγνόηση του κινδύνου οφείλεται σίγουρα στο ναρκισσιστικό υπερ-εγώ τους, αλλά κυρίως στο ότι αγνόησαν επιδεικτικά την επιστημονική κοινότητα. Με γνώμονα τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό που τους διακρίνουν, ήθελαν να δείξουν στον κόσμο που τους ακολουθεί ότι μπορούν μόνοι τους να νικήσουν τον ιό και όσοι τους πιστεύουν δεν χρειάζεται να φορούν μάσκα προστασίας γιατί είναι από τη φύση τους ανθεκτικοί και τυχεροί.

Με τον ίδιο τρόπο ο Τραμπ περιφρόνησε την επιστήμη στο καίριο θέμα της κλιματικής αλλαγής που αφορά την επιβίωση της ανθρωπότητας και του πλανήτη, αποσύροντας τη χώρα του από τη συμφωνία COP 21 του Παρισιού και λέγοντας υπεροπτικά ότι «σύντομα θα δροσίσει» και πως δεν χρειάζεται να ασχολούμεθα με αυτό το θέμα.

Στη δεύτερη περίπτωση άσκησης πολιτικής διακυβέρνησης, η αποσπασματική αντιμετώπιση της πανδημίας με αλληλοσυγκρουόμενα και ακατανόητα πολλές φορές τεχνικά μέτρα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη έλλειψη ικανής επιστημονικής γνώσης.

Η επιστημονική κοινότητα των επιδημιολόγων βρέθηκε ανήμπορη να καταλάβει εξ αρχής τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί ο συγκεκριμένος κορονοϊός Covid-19, να περιγράψει τις παραμέτρους που οδηγούν στην έξαρση του φαινομένου της πανδημίας και να προβλέψει τον χρόνο που απαιτείται για τη σταδιακή μείωσή του.

Η επιστήμη χρειάζεται πολλές παρατηρήσεις σε μεγάλο αριθμό ατόμων και αρκετό χρονικό διάστημα για να συναγάγει στατιστικά ασφαλή και επιβεβαιωμένα συμπεράσματα. Το πλήθος των ατόμων που μολύνονται σε μια πανδημία ακολουθεί την κωδωνοειδή καμπύλη του Gauss που περιλαμβάνει έναν ανερχόμενο κλάδο, μια μέγιστη τιμή και μια κατερχόμενη καμπύλη που οδηγεί στην ουσιαστική εξάλειψη του φαινομένου. Αυτό επιβεβαιώθηκε σε προηγούμενες πανδημίες, όπως αυτή της ισπανικής γρίπης το 1918 που είχε αιτία ιό των πτηνών και οδήγησε στον θάνατο χιλιάδων ατόμων μόνο στην Αθήνα και 20-40 εκατομμυρίων σε όλο τον κόσμο. Η πανδημία αυτή διήρκεσε μόλις 18 μήνες και εκτονώθηκε χωρίς στη διάρκειά της να βρεθεί αποτελεσματικό εμβόλιο.

Είναι φανερό ότι η έλλειψη γνώσης και επιστημονικής τεκμηρίωσης έχει επιφέρει και έλλειμμα πολιτικής. Σε όλες σχεδόν τις χώρες πλην εξαιρέσεων, όπως στην Κίνα, τη Ν. Ζηλανδία και στη χώρα μας κατά την έναρξη του φαινομένου την άνοιξη, η πολιτική ηγεσία αποδείχτηκε ανίκανη να εφαρμόσει αποτελεσματικά μέτρα πολιτικής πρόληψης της πανδημίας και με παλινωδίες επέβαλε τη χρήση μάσκας, κοινωνικής αποστασιοποίησης, μερικής η ολικής καραντίνας και τελευταία τον γενικό αποκλεισμό (lockdown) όλης της χώρας.

Η πανδημία του κορονοϊού θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πολιτικές που θέτουν ως προτεραιότητα την οικονομία είναι ανίκανες να προλάβουν και να διαχειριστούν την υγειονομική και κοινωνική κρίση.

Θα μπορούσαμε εδώ να παραθέσουμε παραλλαγή της φράσης που χρησιμοποίησαν για την οικονομία ο σύμβουλος της προεκλογικής εκστρατείας του Μπιλ Κλίντον το 1992 και ο Σόιμπλε στο Νταβός για τον Τσίπρα το 2016: «Πρόκειται για την επιστήμη, ανόητε». Βέβαια, είναι επίσης φανερό ότι η επιστήμη μόνη της δεν μπορεί να παράγει δίκαιη πολιτική. Χρειάζεται το φίλτρο της πολιτικής εμπειρίας και ικανότητας για να μεταφράσει τα επιστημονικά συμπεράσματα σε χρήσιμη πολιτική. Εδώ, θα μπορούσαμε πάλι να ανατρέξουμε στον Πλάτωνα με την παρακάτω αναφορά:

«πᾶσά τε ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς πανουργία, οὐ σοφία φαίνεται»

Πλάτωνος, Μενέξενος [347a].

* Ομ. καθηγητής ΑΠΘ