Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν τουλάχιστον δυο μαύρες Συμπληγάδες: η πανδημία και η κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση που έχει απολέσει κάθε ίχνος υποτιθέμενου φιλελευθερισμού. Ζούμε σε μια δυστοπία, απομονωμένοι στις φούσκες μας, με δεκάδες νεκρούς καθημερινά, παρατηρούμε την ακραία καταστολή στο όνομα του νόμου και της τάξης, τις αντισυνταγματικές απαγορεύσεις συναθροίσεων, την κιτς προβολή θρησκευτικών συμβόλων στη Βουλή στο όνομα των Ενόπλων Δυνάμεων, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και τον νέο Πτωχευτικό Κώδικα.
Οχι, δεν κοιμόμαστε με τα… παράθυρα ανοιχτά αλλά συνηθίσαμε να κυκλοφορούμε στους δρόμους φορώντας μάσκα, μέτρο αδιανόητο αν δεν υπάρχει συνωστισμός. Οτι δεν το αμφισβητούμε καν, είναι ακόμα πιο εντυπωσιακά ανησυχητικό. Ολα αυτά με μια ενημέρωση ουσιαστικά σε καραντίνα.
Αναζητάς κάπου την «ελπίδα χωρίς όμως αισιοδοξία» και αυτή δεν βρίσκεται τελικά μακριά σου. Αναφέρομαι στη δίκη της Χρυσής Αυγής αλλά όχι τόσο στη σπουδαία δικαστική απόφαση της 7ης Οκτωβρίου. Η δικαστική ετυμηγορία μετά το πέρασμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας είχε πίσω της κυρίως μια πολύχρονη, υποδειγματική δημοσιογραφική έρευνα: αυτή ανήκει σε μεγάλο μέρος στον Δημήτρη Ψαρρά.
Η δουλειά αυτή αποτελεί παρακαταθήκη για όλους μας, η επίπονη, συνεπής για σχεδόν 40 χρόνια, ενδελεχής έρευνα συνιστά ένα υπόδειγμα για το πώς η (ερευνητική) δημοσιογραφία μπορεί ακόμα και να αλλάξει τα πράγματα. Στα δικά μου μάτια αυτή η δουλειά, κάποιες στιγμές, μπορεί να φάνταζε μέχρι και εμμονική. Ομως και γι’ αυτό όλοι μας τού χρωστάμε νομίζω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Ειδικά οι δημοσιογράφοι σε αυτούς τους καιρούς.
Κάπως έτσι ίσως, αντιμέτωποι με μια οριακή κατάσταση, μπορούμε να υιοθετήσουμε αυτό που ο Τέρι Ιγκλετον πρεσβεύει λέγοντας πως «η ελπίδα είναι πιο ρεαλιστική από την απελπισία». Γιατί, όπως λέει, «αν κάτι η πορεία της Ιστορίας αμφισβητεί συστηματικά, είναι αυτού του είδους η αντίληψη, ότι τα πράγματα προχωρούν απαράλλαχτα».
