Διαφώνησα με τη συμπερίληψη του Αντώνη Σαμαρά – όχι μόνο ως προς το «δημοκρατικό τείχος» του πρωτοσέλιδου, αλλά γενικότερα με το να κληθεί να συμμετάσχει με άρθρο του από κοινού με τους λοιπούς πολιτικούς αρχηγούς με αφορμή την επχικείμενη δικαστική απόφαση για τη Χρυσή Αυγή.
Τον Σαμαρά δεν τον λες «δημοκρατικό τόξο». Το ότι επί πρωθυπουργίας του άρχισε η δίωξη της Χ.Α. είναι πολλαχώς ερμηνεύσιμο, δεν τον καθιστά ούτε κατ’ ελάχιστο λιγότερο ακροδεξιό απ’ όσο ήταν και είναι. Ενας αρχηγός από κάθε κόμμα αρκούσε. Την «Εφ.Συν.» εξακολουθώ να την αγαπάω, όπως ίσως γνωρίζετε γράφω τακτικά και εξυπακούεται πως θα εξακολουθήσω να γράφω. Αλλά αυτό ήταν σοβαρό φάουλ που ομολογώ ότι δεν καταλαβαίνω πώς τους ξέφυγε.
Είναι ενδεικτικό ότι στο κείμενό του ο Σαμαράς δεν έχασε την ευκαιρία να διατυπώσει για ακόμη μία φορά την προπαγανδιστική θεωρία των δύο άκρων. Το ενδιαφέρον βέβαια είναι ότι του Μητσοτάκη το άρθρο είναι εμποτισμένο στη θεωρία των δύο άκρων απ’ άκρου εις άκρον – πιο πολύ και απ’ του Σαμαρά. Είναι σαν να μην μπορεί να αρθρώσει λέξη για τον ναζισμό και τον φασισμό χωρίς να αναπαράγει την εν λόγω θεωρία. Ο Φρίντριχ Χάγιεκ, στο «κλασικό» βιβλίο του «Ο δρόμος προς τη δουλεία», δομεί ολόκληρη την επιχειρηματολογία του στη θεωρία των δύο άκρων.
Επί πλέον, όπως δείχνει ο Φουκό στις σχετικές διαλέξεις του, ο γερμανικός ορντοφιλελευθερισμός συγκροτήθηκε επίσης επί τη βάσει μιας εκδοχής της θεωρίας των δύο άκρων. Τούτη η θεωρία είναι ίσως το πιο οργανικά και βαθιά ριζωμένο συστατικό στοιχείο της θεωρίας και ιδεολογίας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ακόμα πιο γενικά, είναι μάλλον η συχνότερη παραλλαγή της αντικομμουνιστικής και αντιαριστερής προπαγάνδας ή/και ιδεολογίας που ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν τα παντός είδους καπιταλιστικά καθεστώτα. Εως και οι πιο στυγνές καπιταλιστικές δικτατορίες αυτονομιμοποιούνταν στο όνομα της σωτηρίας της χώρας από τον ολοκληρωτισμό της άκρας Αριστεράς που είναι ίδιος με τον ολοκληρωτισμό της άκρας Δεξιάς.
Οι συμμαχίες, ακόμη και σε επίπεδο βραχυπρόθεσμης τακτικής με πολύ ειδική και συγκεκριμένη στόχευση, όπως στην περίπτωση της καταδίκης μιας εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης, δεν συγκροτούνται σε ευκαιριακή βάση, αλλά σύμφωνα με ιδεολογικές στρατηγικές και αντίστοιχες πολιτικές πρακτικές. Τούτο σημαίνει πως δεν αρκεί κάποιος πολιτικός να μην είναι ο ίδιος ναζιστής προκειμένου να συμμαχήσεις μαζί του για την καταδίκη της Χ.Α. – πόσο μάλλον για τον αγώνα εναντίον του ναζισμού και του φασισμού γενικότερα. Στην περίπτωση των νεοφιλελεύθερων και γενικότερα όλων των πολιτικών που ξυπνάνε και κοιμούνται με τη θεωρία των δύο άκρων στη ρητορική τους, τα πράγματα είναι μάλλον απλά.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΥΜΜΑΧΗΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΣΕ ΕΞΟΜΟΙΩΝΕΙ ΜΕ ΔΑΥΤΟΝ – έστω και αν «στα σώψυχά του» δεν το πιστεύει. Και τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι, αντί εσύ να τον «φέρεις στον σωστό αντιφασιστικό δρόμο», όπως φαίνεται να πιστεύουν ορισμένοι υπερβολικά καλοπροαίρετοι, εκείνος θα χρησιμοποιήσει την ευκαιρία που του παρέχεις για να σε «προειδοποιήσει» ότι μετά την καταδίκη των ναζιστών ο επόμενος υπόδικος θα είσαι εσύ ως Αριστερά ή κάποιοι «ομοϊδεάτες σου» – όπως κρυστάλλινα φαίνεται από το απειλητικό κλείσιμο του κειμένου του Σαμαρά.
Αν ο αυταρχισμός των σταλινικών καθεστώτων παρείχε ένα πραγματικό έρεισμα στην ούτως ή άλλως προπαγανδιστική θεωρία των δύο άκρων, στη σημερινή εποχή οι θιασώτες της δεν έχουν απομείνει με κανένα αληθοφανές, έστω, επιχείρημα. Γι’ αυτό προσφεύγουν σε προπαγανδιστικές γελοιότητες του τύπου «Βόρεια Κορέα» και «συριζομαδούροι» που δεν πείθουν κανέναν. Τούτη η ρητορική ένδεια όμως είναι αποκαλυπτική για τις αληθινές προθέσεις τους. Εμμένοντας στην άποψη ότι και η σύγχρονη Αριστερά είναι -«κατά βάθος», έστω- «ολοκληρωτική», προλειαίνουν το έδαφος για αυταρχικές πρακτικές εις βάρος της. Ιδίως στη σύγχρονη εποχή, η ιδεολογική πρακτική που επιμένει να στηρίζεται στη θεωρία των δύο άκρων αποτελεί την πιο βαθιά αντιδημοκρατική στρατηγική του σύγχρονου καπιταλισμού. Αν περιμένεις από όσους την ασκούν έστω και την παραμικρή συγκυριακή συμβολή στο αντιφασιστικό μέτωπο… σώθηκες.
Οπως ήδη είπαμε, και του Μητσοτάκη το άρθρο είναι εκατό τοις εκατό θεωρία των δύο άκρων. Τούτο είναι αποκαλυπτικό για το πώς ο ίδιος και η παράταξή του απομακρύνονται από τον πολιτικό φιλελευθερισμό, διολισθαίνοντας διαρκώς προς τον ακροδεξιό αυταρχισμό που όχι απλώς συνυπάρχει αλλά και ενισχύεται με τη δογματική προσκόλλησή τους στον νεοφιλελευθερισμό. Η ιδιότητά του όμως ως πρωθυπουργού της χώρας καθιστούσε την πρόσκληση της «Εφ.Συν.» αναπόφευκτη.
* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
