Δικαίωμα κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα η ιδιοκτησία, τι γίνεται όμως με τις υποχρεώσεις; Στη σεισμογενή Ελλάδα, πόλεις και χωριά είναι γεμάτα με χιλιάδες κτίρια-φαντάσματα που κινδυνεύουν να καταρρεύσουν με το ξύπνημα του Εγκέλαδου προκαλώντας τραγωδίες όπως αυτή με τους δύο εφήβους στη Σάμο. Και όμως, κανείς φορέας δεν είναι αρμόδιος για τον προσεισμικό τους έλεγχο!
Το κενό στους νόμους είναι τεράστιο καθώς οι Πολεοδομίες (Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων) μπορούν να παρέμβουν μόνο κατόπιν καταγγελίας και αυτό είναι κάτι που δεν συμβαίνει με ευκολία ιδιαίτερα στα χωριά, ενώ η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο εάν οι ιδιοκτήτες είναι άφαντοι, ζουν στο εξωτερικό ή τα κτίρια είναι χαρακτηρισμένα διατηρητέα.
«Οφείλουμε να ασχοληθούμε με τον έλεγχο των κτιρίων και ειδικά των εγκαταλελειμμένων καθώς βλέπουμε ότι δεν υπάρχει οργανωμένο πλαίσιο για αποκατάσταση, προσωρινή υποστύλωση ή τουλάχιστον για την περίφραξή τους προκειμένου να μην αποτελούν δημόσιο κίνδυνο», μας λέει ο Αναστάσιος Σέξτος, πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος Αντισεισμικής Μηχανικής (ΕΤΑΜ) και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ.
Με δεδομένο ότι το ΕΤΑΜ είναι πρωτοβάθμιο όργανο της Ευρωπαϊκής Ενωσης Αντισεισμικής Μηχανικής, ρωτούμε τον κ. Σέξτο εάν το πρόβλημα αυτό είναι αποκλειστικά ελληνικό: «Το πρόβλημα με την πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας σε κτίρια που κληρονομούνται δεν είναι ελληνικό. Το ίδιο ισχύει και με τους περιορισμούς που θέτει η ύπαρξη παραδοσιακών οικισμών με πολλά διατηρητέα για τα οποία βέβαια υπάρχουν μεν πλέον αξιόπιστες τεχνικές λύσεις στατικής αναβάθμισης, οι οποίες όμως έχουν μεγαλύτερο κόστος. Εχουμε όμως το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου μετά τον σεισμό στην Λ’Ακουιλα τo 2009 και, κυρίως, της κεντρικής Ιταλίας το 2016, το κράτος παρεμβαίνει και συγχρηματοδοτεί έμμεσα, μέσω φοροαπαλλαγών, τη σεισμική αναβάθμιση των κτιρίων. Μάλιστα, οι φοροαπαλλαγές αυξάνονται ανάλογα με το επίπεδο αντισεισμικής προστασίας στο οποίο οδηγούν οι παρεμβάσεις ενίσχυσης του εκάστοτε κτιρίου».
Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι να υποχρεώνουν τον ιδιοκτήτη σε μέτρα προστασίας; «Στο μέλλον θα μας διευκολύνει η πρόβλεψη για καθιέρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου που θα περιλαμβάνει το πλήρες ιστορικό, τα χαρακτηριστικά και τις βλάβες που έχει υποστεί, προφανώς και τον υπεύθυνο για τη συντήρηση», λέει ο κ. Σέξτος. «Θα είχε λογική να θεσπιστεί και ένα πιστοποιητικό αντισεισμικότητας, αντίστοιχο με το ενεργειακό πιστοποιητικό που είναι απαραίτητο εάν κάποιος θέλει να πουλήσει ή και να μισθώσει ένα κτίριο», προσθέτει.
Αδικοι θάνατοι

Η Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου θα μπορούσε να βοηθήσει, μας λέει ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ) Δημήτρης Ξυνομηλάκης, αλλά προτείνει και πιο άμεσα μέτρα: «Κάθε δήμος να οργανώσει συνεργεία και να προχωρήσει αμέσως σε έναν οπτικό έλεγχο που να εντοπίσει τα επικίνδυνα κτίρια ζητώντας να ληφθούν μέτρα. Αυτό θα ήταν ένα πρώτο χρήσιμο βήμα. Επίσης να αντιμετωπιστεί η αφόρητη γραφειοκρατία των οργάνων που καθυστερούν τη συντήρηση των χιλιάδων διατηρητέων κτιρίων χωρίς και να τα σώζουν από τους σεισμούς».
«Πώς να κρίνουμε την επικινδυνότητα; Δεν είναι απλό», απαντά ο πρόεδρος της Κεντρικής Ενωσης Δήμων Ελλάδας Δημήτρης Παπαστεργίου: «Ακόμη και σε κραυγαλέες περιπτώσεις, υποχρεώνομαι να έρθω σε συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες. Σε μία τέτοια, εδώ στα Τρίκαλα, αφού απέτυχα να συνεννοηθώ και δεδομένου ότι το κτίριο ήταν δίπλα σε σχολείο, πήρα την απόφαση και το γκρέμισα κινούμενος στα όρια του νόμου», λέει ο δήμαρχος Τρικκαίων και μας θυμίζει ότι η ΚΕΔΕ έχει προτείνει τα εγκαταλελειμμένα κτίρια να περιέρχονται στην ιδιοκτησία των δήμων.
«Δυστυχώς στην Ελλάδα, η πολιτική χάνει εύκολα από το ραντάρ της το θέμα της σεισμικής επικινδυνότητας και ασχολείται με τα εντελώς τρέχοντα σημαντικά. Το αποτέλεσμα είναι να καταλήγουμε κάθε φορά σε ένα σύστημα εκ των υστέρων ενισχύσεων-αποζημιώσεων αφού συμβεί ο μεγάλος σεισμός στον οποίο, όμως, μπορεί να έχουν χαθεί άδικα άνθρωποι όπως συνέβη και στη Σάμο», λέει ο κ. Σέξτος. Προσεισμικός έλεγχος γίνεται μόνο στα δημόσια κτίρια με αρμόδιο φορέα τον ΟΑΣΠ, αλλά και εκεί με αργούς ρυθμούς.
Υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα ποσοστό 25% του κτιριακού πλούτου είναι κατασκευασμένο πριν ισχύσουν οι πρώτες αντισεισμικές διατάξεις με το Β.Δ. του 1959 που έθετε κάποιους πρώτους απλούς κανόνες. Ενα 40% των κτιρίων έγιναν έως το 1985 όταν, μετά τους μεγάλους σεισμούς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με νέο Κανονισμό οργανώθηκε ο έλεγχος των σεισμικών βλαβών στα κτίρια. Οι Κανονισμοί βελτιώθηκαν ακόμη περισσότερο το 1995 και το 2000 με βάση τις γνώσεις από μεγάλους σεισμούς εντός και εκτός Ελλάδας (ΗΠΑ, Ιαπωνία). Τι γίνεται λοιπόν με το 65% των κτιρίων προ του 1985; «Αυτό που έχει σημασία είναι κάθε κτίριο να κατοικείται και να παραμένει ενταγμένο σε ένα πρόγραμμα προσεισμικού ελέγχου, συντήρησης και ενίσχυσης, εφόσον προκύψει ότι απαιτείται», λέει ο Αναστάσιος Σέξτος.
