ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Μαρία Μαραγκουδάκη εμφανίστηκε λογοτεχνικά το 2010 με την ποιητική συλλογή Εστω ότι… Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων Μηδενική γωνία (2017) και ο θεατρικός μονόλογος Μαύρο γιασεμί (2019). Το καινούργιο της δίκλωνο βιβλίο Διπλή όψη. 1. Η Κάρμεν φορούσε μαύρα. 2. Ο Αλλος εν λευκώ συνδυάζει την αφηγηματική μορφή, με τον θεατρικό μονόλογο και τη δοκιμιακή σκέψη, με διάσπαρτα ποιητικά εμβόλιμα. Στο πρώτο μέρος μια γυναίκα άνω των εξήντα, στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας, αναστοχάζεται τη ζωή της και την αφηγείται σ’ έναν άνδρα που πληκτρολογεί∙ στο δεύτερο ένας άνδρας κατά τι μικρότερος, πενήντα επτά ετών, εκτονώνεται παραμιλώντας. Δύο παράλληλοι μονόλογοι που αρδεύονται πικρά από τη μοναξιά.

Η γυναίκα, που συστήνεται ως Κάρμεν, αλλά δεν τη λένε Κάρμεν, αφηγείται τη ζωή της σε κάποιον που πρόκειται να τη γράψει: «Μη γράφεις ό,τι βλέπεις. Να γράφεις τις ιστορίες που θα σου λέω. Γιατί αυτή είμαι. Είμαι οι πολλές ιστορίες μου. Αληθινές ιστορίες. Άλλες έχουν συμβεί, άλλες μπορεί να μην έχουν συμβεί, όμως όλες οι ιστορίες που θα σου πω έχουνε γραφτεί μέσα μου. Και να ξέρεις πως αληθινό είναι ό,τι γράφεται μέσα μας», του λέει. Και το ίδιο λίγο παραλλαγμένο, επαναλαμβάνει και ο ΑΝΔΡΑΣ πριν κλείσει η αυλαία.

Αυτήν την πολυδιάσπαστη ζωή της λοιπόν αγωνίζεται να συναρμολογήσει η αφηγήτρια Κάρμεν, που αναθέτει σε άλλον τη συγγραφή, γιατί η ίδια έχει πρόβλημα με τα μάτια της. Θυμάται ανάκατα, ό,τι της έχει συμβεί και θέλει όλα να καταγραφούν, επιθυμεί όμως το ίδιο να περάσουν στο χαρτί και οι σκέψεις της. Πιστεύει πως μόλις βγει το βιβλίο θα είναι έτοιμη ακόμη και να πεθάνει.

Η Κάρμεν είναι μία γυναίκα που κραυγάζει τη μοναξιά της, φοβάται το φως, αγαπά το κόκκινο χρώμα και μισεί το άσπρο. Στα 14 έμεινε έγκυος και της έκαναν έκτρωση∙ στα 17 σπιτώθηκε από έναν παντρεμένο∙ η συνέχεια αναμενόμενη: «Κέρδισα λεφτά με το κορμί και την ομορφιά μου».

Στο δεύτερο σκέλος του βιβλίου, με τίτλο «Ο άλλος εν λευκώ» και υπότιτλο (άρα τις έστι), ο άνδρας, στα πεντηκοστά έβδομα γενέθλιά του, παλεύει με τον χρόνο και παραληρεί επί παντός. Ξεκινά με τη φράση «Ετσι κι αρχίζει να βραδιάζει κάτι με πιάνει, κάτι σαν τρέλα», που επαναλαμβάνει αρκετές φορές, και ψάχνει συνέχεια για τα κλειδιά του, ενώ επίμονα ένας ήχος καμπάνας τρυπάει το μυαλό του. Τάση φυγής, κόπωση απ’ όλους και απ’ όλα, αδιαφορία: «Δεν έχω επιθυμίες.

Δεν έχω θλίψη. Μόνο μνήμες. Κι αυτές ξεθωριασμένες και αδύνατες», λέει. Ο φόβος συνέχει τα πάντα. «Ο θάνατος είναι η μόνη αλήθεια της ζωής» πιστεύει. Ο άνδρας που παρατηρεί και σχολιάζει φαίνεται να είναι ποιητής. Το ανατρεπτικό και άκρως εντυπωσιακό τέλος όμως αποκαθιστά αλλιώς τα πράγματα. Από την αφήγησή του προκύπτει ότι με την Κάρμεν τον συνδέουν αξεδιάλυτοι δεσμοί.

Η γραφή της Μαραγκουδάκη ανήκει στη βιωματική μυθοπλασία. Οι μαθηματικές της γνώσεις υπόκεινται στους υπαρξιακούς της προβληματισμούς, είτε για τον χρόνο και τη μνήμη μιλάει, είτε για τη γάτα του Σρέντινγκερ, είτε για την ένατη δύναμη του αριθμού δύο.