Η Ευρωμεσογειακή Σύνοδος Κορυφής στην Κορσική επιβεβαίωσε, αν δεν ενίσχυσε, την αντιπαράθεση του Μακρόν με τη Μέρκελ ως προς την αντιμετώπιση της Τουρκίας του Ερντογάν και των γεωπολιτικών φιλοδοξιών της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τρία χρόνια μετά τις ομιλίες Μακρόν στην Πνύκα και τη Σορβόνη όπου μια κοινή ευρωπαϊκή αμυντική δομή προτεινόταν μαζί με την ενίσχυση της ευρωζώνης ως σκληρός πυρήνας μιας συνολικής εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το μεν Παρίσι χαράζει κόκκινες γραμμές, το δε Βερολίνο εμμένει στην πολιτική κατευνασμού της Αγκυρας.
Ετσι επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά μια σταθερά των γαλλογερμανικών σχέσεων από το 1950 μέχρι και σήμερα, η αδυναμία διαμόρφωσης κοινού παρονομαστή σε θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής.
Οταν το 1950 στη σκιά του Πολέμου στην Κορέα οι ΗΠΑ άρχισαν να πιέζουν ασφυκτικά για τον επανεξοπλισμό της Δυτικής Γερμανίας, το Παρίσι πρότεινε τη συγκρότηση ευρωπαϊκής αμυντικής κοινότητας δηλαδή κοινού ευρωπαϊκού στρατού. Η πρόταση ναυάγησε μετά την απόρριψή της στη γαλλική Βουλή το 1954 από μια ετερόκλητη πλειοψηφία γκολικών και κομμουνιστών.
Επόμενος σταθμός το 1963 με την υπογραφή της Συνθήκης των Ηλυσίων από τους Ντε Γκολ και Αντενάουερ.
Οταν η Συνθηκη υποβλήθηκε προς έγκριση στην Μπούντεσταγκ στη Βόνη, περιείχε ένα προοίμιο που τόνιζε ότι η στενή συνεργασία της Δυτικής Γερμανίας με τη Γαλλία δεν επηρεάζει την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ ως βασική στρατηγική επιλογής.
Αν ο Ντε Γκολ πήρε το μήνυμα του Αντενάουερ για τα όρια της πέραν της ΕΟΚ των 6 γαλλογερμανικής συνεργασίας, ο διάδοχός του Πομπιντού επένδυσε στη στενή διμερή αμυντική και διπλωματική συνεργασία με τη Βρετανία, για την οποία άναψε το πράσινο φως για την πλήρη ένταξή της στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Ο γαλλογερμανικός συμβιβασμός για την ΟΝΕ που οδήγησε στο Μάαστριχτ στα τέλη του 1991 δεν αναίρεσε την προνομιακή στρατιωτική συνεργασία Γαλλίας και Βρετανίας, που σφυρηλατήθηκε στα πεδία των μαχών της Γιουγκοσλαβίας στο πλαίσιο των κυανοκράνων του ΟΗΕ.
Το 1998 Γαλλία και Γερμανία κατέληξαν σε συμφωνία για τη σύνθεση της πρώτης ομάδας χωρών της ευρωζώνης.
Λίγους μήνες αργότερα στο Σεν Μαλό της Γαλλίας ο Μπλερ και οι Σιράκ-Ζοσπέν έθεταν τα θεμέλια μιας στρατηγικής διμερούς αμυντικής συνεργασίας που φιλοδοξούσε να γίνει ο σκληρός πυρήνας μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής δομής.
Ακολούθησε μια εξαίρεση, μια παρένθεση στις παραπάνω σταθερές την άνοιξη του 2003, όταν στη σκιά της εναντίωσής τους στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο συμφώνησαν για την ανάγκη δημιουργίας ανεξάρτητης ευρωπαϊκής αμυντικής δομής.
Σήμερα η Γαλλία θέλει να αξιοποιήσει την ανάσχεση της επεκτατικής παρεμβατικής πολιτικής του Ερντογάν ως εφαλτήριο για την πρωτοκαθεδρία της στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, με την προσδοκία ότι έτσι θα εξισορροπήσει την κυριαρχία του Βερολίνου στην ευρωζώνη.
Από τη μεριά της η Γερμανία θα επιθυμούσε την εξισορρόπηση της Γαλλίας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια μέσω ειδικών σχέσεων με τις εκτός Ε.Ε. Τουρκία και Βρετανία.
Τα παραπάνω είχαν καταγραφεί ως προειδοποιητικό μήνυμα στα τέλη του 2019, όταν η Γαλλία έθεσε βέτο στην ευρωατλαντική προοπτική της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας, μια προειδοποίηση ότι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι προαπαιτούμενο για νέα διεύρυνση.
