ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παρή Σπίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο,τι κι αν τραγούδησε έγινε επιτυχία. «Θα πιω απόψε το φεγγάρι», «Ξημερώνει Κυριακή», «Αγάπα με», «Ποια νύχτα σ’ έκλεψε», «Το άγαλμα», «Μια φορά μονάχα φτάνει», «Ολα δικά σου», «Καμαρούλα μια σταλιά» και δεκάδες άλλα αγαπημένα τραγούδια που είχαν την υπογραφή του Μίκη Θεοδωράκη, του Μάνου Λοΐζου, του Μίμη Πλέσσα, του Γιάννη Σπανού, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Δήμου Μούτση, του Νίκου Μαμαγκάκη.

Τα ανέδειξε με τη βαθιά, βελούδινη, μελαγχολική φωνή του, με ατόφιο συναίσθημα και μοναδική εκφραστικότητα που φώτιζε τα γαλανά μάτια του. Ηταν ο τραγουδιστής (αντί)σταρ στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ιδιαίτερα δημοφιλής αλλά και διακριτικός. Πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούν το ηχόχρωμά του, αλλά μάταια. Ούτε κανείς μπόρεσε να ξεπεράσει το ιστορικό ρεκόρ του άλμπουμ «Ο δρόμος», των Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου, που έφτασε τα 3.000.000 αντίτυπα.

Από την Κυριακή το βράδυ «έπεφτε βαθιά σιωπή» για τον Γιάννη Πουλόπουλο, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών, ενώ νοσηλευόταν σε ιδιωτικό θεραπευτήριο. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος οφειλόταν εν πολλοίς στο ότι ήταν καπνιστής επί 50 χρόνια… Ο Γιάννης Πουλόπουλος κατάφερε να ξεκινήσει από πολύ χαμηλά και με το ταλέντο και το πείσμα του να φτάσει στην κορυφή, γράφοντας τη δική του ιστορία. Γι’ αυτό και οι συνάδελφοί του τον αποχαιρετούν με συγκίνηση. «Για μένα ήσουν το άλλο καλλιτεχνικό μου μισό», γράφει η Ρένα Κουμιώτη, «Ησουν θεμέλιο της γενιάς μας», αναφέρει η Χάρις Αλεξίου, ενώ ο Γιώργος Νταλάρας τον κατατάσσει ανάμεσα στους «μεγάλους και ξεχωριστούς που σφράγισαν με τις ερμηνείες τους την εποχή τους».

Ο Γιάννης Πουλόπουλος γεννήθηκε το 1941 στην Καρδαμύλη, ωστόσο οι γονείς του μετακόμισαν στο Περιστέρι, όπου μεγάλωσε, χωρίς όμως να προλάβει να γνωρίσει καλά τη μητέρα του η οποία πέθανε όταν εκείνος ήταν μόλις πέντε χρόνων. Με πατέρα εργάτη κι έναν μικρότερο αδελφό, αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές από μικρός, κυρίως μπογιατζής στην οικοδομή. Του αρέσει το ποδόσφαιρο (έπαιζε μάλιστα στον «Ατρόμητο» και στον «Αγιο Ιερόθεο»), ο κινηματογράφος και το τραγούδι. Με τους φίλους του να τον παροτρύνουν, αλλά και με πίστη στη φωνή του, αρχίζει να χτυπάει τις πόρτες από τις δισκογραφικές εταιρείες και το 1962 ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι σε 45άρι της His master’s voice. Είναι ένα «συρτοτσιφτετέλι» του Πάνου Πετσά με τίτλο «Δώσ’ μου πίσω την καρδιά μου», στο οποίο δύσκολα κανείς θα αναγνωρίσει τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου, σύμφωνα με το «Μουσικόραμα».

Εκείνη την εποχή κάνει ακροάσεις η Columbia, που αναζητά νέα ταλέντα. Το πολυπόθητο ραντεβού δεν κλείνεται, ώσπου μια μέρα, όπως αφηγείται ο ίδιος, «εκατό μεροκάματα θα έχασα, κάποια στιγμή φαίνεται βαρέθηκαν να με βλέπουν και μου έκλεισαν ραντεβού για ακρόαση μαζί με άλλους… σαράντα πέντε. Μέσα σε δυο ώρες 45 άτομα, σκέψου τι ξεπέταγμα έπεφτε… Παρακολουθούσα τους προηγούμενους από μένα οι οποίοι τραγούδαγαν όλα αυτά τα κλαψιάρικα, τους αμανέδες, τσιφτετέλια, ντάμπα-ντούμπα κ.λπ. Πολύ κλάμα. Οταν ήρθε η σειρά μου, λέω στους μουσικούς ότι θα πω ένα τραγούδι του Θεοδωράκη. Με κοιτάξανε καλά καλά… Ο Θεοδωράκης μόλις είχε έρθει κι ακόμα δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη μορφή της μουσικής που ήθελε να παρουσιάσει. Κάποιοι μου το ’παν κιόλας: Εδώ δεν μπορούν να τραγουδήσουν ένα τσιφτετελάκι κι εσύ έρχεσαι να μας πεις… “Μάνα μου και Παναγιά”, ή αυτό ήθελα να πω ή το “Παράπονο”. Μέσα από το τζάμι του στούντιο ήταν διάφοροι συνθέτες. Καλδάρας, Παπαϊωάννου, Τσιτσάνης και ο Θεοδωράκης… Ψηφίζανε ναι ή όχι για τον καθένα. Με το που τραγουδάω, βγαίνει ο ψηλός και λέει: Σας κάνει δεν σας κάνει, τον κάνω εγώ τραγουδιστή για πάρτη μου».

Ετσι, ο Μίκης Θεοδωράκης τού δίνει το 1963 τρία τραγούδια για να τα ερμηνεύσει στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η γειτονιά των αγγέλων», που ανέβηκε στο θέατρο Ρεξ με πρωταγωνιστές την Τζένη Καρέζη και τον Νίκο Κούρκουλο. Στον μεγάλο δίσκο που κυκλοφορεί με τα τραγούδια της παράστασης (με τον Γιώργο Ζαμπέτα στο μπουζούκι) συμμετέχει και ο Πουλόπουλος, με το «Δόξα τω Θεώ» και το «Ψωμί είναι πάνω στο τραπέζι», ενώ ηχογραφεί σε 45άρι και το «Στρώσε το στρώμα σου για δυο».

Στη συνέχεια συνεργάζεται με τη Lyra του Αλέκου Πατσιφά, εμφανίζεται στις μπουάτ και γίνεται ένας από τους πρωταγωνιστές του Νέου Κύματος. Το 1965 τραγουδά τέσσερα τραγούδια του πρωτοεμφανιζόμενου Μάνου Λοΐζου («Νύχτα, μικρή αρχόντισσα», «Το φεγγάρι έρημο», «Καράβια αλήτες», «Μικρός ο κόσμος γύρω μου») και έναν χρόνο αργότερα σε πρώτη εκτέλεση το «Ακορντεόν», στην ταινία μικρού μήκους «Αθήνα, πόλη χαμόγελο», σε σκηνοθεσία του Λάμπρου Λιαρόπουλου. Παράλληλα κάνει μεγάλη επιτυχία με το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», του επίσης τότε πρωτοεμφανιζόμενου Σταύρου Κουγιουμτζή.

Αρχίζουν και οι πρώτες του εμφανίσεις στον κινηματογράφο: «Οι στιγματισμένοι», «Ντάμα σπαθί», «Ο τετραπέρατος», ενώ γνωρίζεται με τον Μίμη Πλέσσα στην ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες» και έκτοτε εμπλουτίζει με τη φωνή και την κιθάρα του πολλές γνωστές ταινίες.

Το 1969 είναι η χρονιά του «Δρόμου», της μεγάλης επιτυχίας, του πρώτου χρυσού δίσκου στην ελληνική δισκογραφία. Την ίδια χρονιά εμφανίζονται με τη Ρένα Κουμιώτη στο θέατρο Ρεξ, στο θεατρικό έργο με τα τραγούδια του «Δρόμου». Ασφαλώς όλες οι εταιρείες θέλουν στο δυναμικό τους τον «χρυσό ερμηνευτή», όμως ο Αλέκος Πατσιφάς (σύμφωνα με το «Μουσικόραμα») ξέρει πώς να κρατήσει τον τραγουδιστή στη Lyra: του δίνει συνέχεια τραγούδια! Αυτό αρέσει στον Πουλόπουλο: να ηχογραφεί στο στούντιο. Ετσι, από το 1969 μέχρι και το 1971 τραγουδά σε δέκα μεγάλους δίσκους και σε πολλά 45άρια! Ο ίδιος ο Πουλόπουλος δηλώνει αργότερα (1987) πως ήταν λάθος η ηχογράφηση τόσων τραγουδιών, αλλά και πως μερικά από αυτά ήταν κλασικά.

Το 1973, λίγο πριν από την ηχογράφηση του δίσκου «Μουσικόραμα Ζαμπέτα», φεύγει στην Ευρώπη για να αποφύγει τη σύλληψη από τη δικτατορία, μια και ο δίσκος «Μίλα μου για τη λευτεριά» έχει απαγορευτεί και το «Πάμε για ύπνο, Κατερίνα» έχει χαρακτηριστεί αντιστασιακό!

Το 1975 ηχογραφεί τον τελευταίο του δίσκο στη Lyra, τα «12 ρεμπέτικα» και ξεκινά μια νέα καριέρα στη Minos, στην οποία και παραμένει ώς το 1989. Το ρεπερτόριό του, που τώρα περιλαμβάνει κυρίως ξένες διασκευές, βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση και κάνει τους δίσκους χρυσούς.

Από το 1992 αρχίζουν να λιγοστεύουν οι εμφανίσεις σε κέντρα, όπως και οι ηχογραφήσεις, ενώ το 1999 κυκλοφορεί τον τελευταίο του δίσκο, «Στα όνειρά μου περπατώ». Εκτοτε, αφιερώθηκε στην ποίηση και τη ζωγραφική, προσπαθώντας να ξεπεράσει τα προβλήματα στην υγεία του. Από τις λιγοστές φορές που μίλησε στην τηλεόραση, στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη και στην Ελένη Μενεγάκη (1990), ο Γιάννης Πουλόπουλος είχε εκφράσει την απογοήτευσή του για τον χώρο της μουσικής. «Τώρα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Ενα νέο παιδί μπορεί να κάνει ένα δίσκο πολύ εύκολα και να βγει στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση. Ουσιαστικά σήμερα λείπουν οι αφοσιωμένοι του τραγουδιού. Δηλαδή να μην κάνεις κάποια άρπα κόλλα, αλλά να μείνεις». Σίγουρα ο ίδιος θα μείνει ως ένας κλασικός του ελληνικού τραγουδιού.