Δεδομένου πως όλοι πλέον κατανοούν ότι το πράγμα ξεφεύγει και πάλι, έχει σημασία να σκεφτούμε πάνω σε ένα καίριο ερώτημα: Τι επιδιώκει, άραγε, η κυβέρνηση, με όσα κάνει και όσα παραλείπει την περίοδο αυτή;
Αλλιώς ειπωμένο: Ποια είναι η βασική έγνοια της κυβερνώσας Δεξιάς μας;
Λογικό θα ήταν να υποθέσει κάποιος πως η έγνοια της είναι να συμμαζέψει όσο είναι δυνατόν την κατάσταση γιατί οι επιπτώσεις, σε διαφορετική περίπτωση, θα τείνουν να γίνουν ανεξέλεγκτες. Πράγμα, που, παρ’ όλη τη διαρκώς πουσαριζόμενη από τις επιχειρήσεις των ΜΜΕ «επίδειξη επιτυχιών» της, δεν είναι απίθανο να γυρίσει εντελώς ανάποδα. Οσο κι αν η καθολική έλλειψη σοβαρής αντιπολίτευσης είναι ένα πολύ ισχυρό όπλο στη διάθεσή της, μπορεί να την «πάρει ο διάολος», αστάθμητα κι «απρόβλεπτα», αν συνεχίσει στον δρόμο τον πρόσφατων «επιτυχιών» της στο μέτωπο της πανδημίας.
Ωστόσο, δεν είναι αυτή η έγνοια της. Το θεμελιώδες για την κυβερνώσα Δεξιά -η οποία ελέγχει και όλους τους «αρμούς της εξουσίας»- είναι να διασφαλίσει την πλήρη κατίσχυση των αντιδραστικών της επιλογών αξιοποιώντας την περίσταση. Ολα όσα επιδιώκονται εδώ και πολλά χρόνια -και σε μεγάλο βαθμό είχαν επιτευχθεί στη δεκαετία των μνημονίων- θα πρέπει να ολοκληρωθούν και να οριστικοποιηθούν.
Η βασική της έγνοια είναι η ολοσχερής επικράτηση ενός διαρκούς νεοφιλελεύθερου καθεστώτος, ενός αυταρχικού ολοκληρωτικού καπιταλισμού που δεν θα αφήνει το παραμικρό περιθώριο αμφισβήτησης. Θέλω να πω ότι η πανδημία γίνεται κι αυτή μια ευκαιρία για τις «επιβεβλημένες μεταρρυθμίσεις».
Οπως συνέβη και με την οικονομική κρίση στην προηγούμενη δεκαετία. Τότε, βέβαια, υπήρξε μια μεγάλη αντιστασιακή κινητοποίηση, η οποία έβγαλε εκατομμύρια ανθρώπους στον δρόμο επί περίπου τρία χρόνια πριν υποστραφεί, μοιραία, όπως ήταν αναμενόμενο και όπως αποδείχτηκε, σε «ανάθεση» και επιδίωξη «διά του Κοινοβουλίου και της κυβέρνησης» της μεταβολής της κατάστασης. Η καταστροφική αποτυχία εκείνης της προσπάθειας προφανώς αποτελεί όπλο της Δεξιάς. Κάνει τις εναλλακτικές να φαίνονται αναξιόπιστες, ανυπόστατες καλύτερα, πριν καν διατυπωθούν.
Γι’ αυτό η Δεξιά μας αισθάνεται πανίσχυρη και κάνει όσα κάνει. Νιώθει πως έχει τη δυνατότητα να προτείνει ως λύση για την Υγεία την ιδιωτικοποίηση, για την Κοινωνική Ασφάλιση την ιδιωτικοποίηση, για την Εκπαίδευση την ιδιωτικοποίηση… Στις σημερινές συνθήκες, όπου η «ελεύθερη αγορά» αποδείχτηκε γι’ άλλη μια φορά ρόμπα, κατά το κοινώς λεγόμενο, που χωρίς την κρατική παρέμβαση και χρηματοδότηση το πράγμα θα είχε ήδη καταρρεύσει, το σύνολο σχεδόν των κυβερνητικών παρεμβάσεων εμφορούνται από την ιδέα πως το «ολοκληρωτικά ιδιωτικό» αποτελεί τη λύση.
Δείτε και τις προτάσεις της επιτροπής Πισσαρίδη. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό, όπως ήδη έχει επισημανθεί και από άλλους. Οι ίδιοι διαμορφωτές πολιτικής είναι συντάκτες της έκθεσης προτείνοντας τη συνέχιση όσων εδώ και δεκαετίες εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα καταδικάζοντάς την στη χρεοκοπία. Οι ίδιοι άνθρωποι προτείνουν τα ίδια πράγματα που συνέβησαν, ως προς το βασικό, και δημιούργησαν τα προβλήματα και τις τεράστιες υστερήσεις, που βιώνει η εξαιρετικά ευάλωτη ελληνική κοινωνία. Ενώ το σύνολο σχεδόν των δημόσιων επιχειρήσεων είχαν ιδιωτικοποιηθεί ήδη από τη δεκαετία του ’90, με εμβληματικές περιπτώσεις τον τραπεζικό τομέα και τις τηλεπικοινωνίες, η Δεξιά και οι επιτροπές της προτείνουν την ίδια δοκιμασμένη και… άκρως επιτυχημένη λύση. Αγορά παντού!
Η έγνοια τους, λοιπόν, είναι αυτή. Γι’ αυτό και κάνουν πράγματα, σε πρώτη ματιά, παράλογα. Πώς είναι δυνατόν, π.χ., στις παρούσες συνθήκες να ψηφίζεται, μεταξύ πολλών αντίστοιχων άλλων, η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, από 22 σε 25, στο Δημοτικό; Ή, ποιος εχέφρων άνθρωπος, δεξιός ή οτιδήποτε, θα θεωρούσε κατάλληλη την περίοδο για την επίθεση στις εργασιακές συνθήκες των ιδιωτικών εκπαιδευτικών; Ή, πραγματικά, δεν θα έκανε το παραμικρό για τη μεγάλη ενίσχυση του ΕΣΥ;
Δεν είναι παράλογα όλα αυτά. Είναι, ακριβώς, δείκτες του σκληρού πυρήνα μιας πολιτικής, η οποία κάνει και τη νέα κρίση ευκαιρία.
Και διαμορφώνει πολύ απαιτητικά καθήκοντα για όσους κατανοούν πόσο κρίσιμη, πόσο ζήτημα ζωής και θανάτου, στην κυριολεξία, είναι η αντίσταση σε αυτό το σχέδιο. Αντίσταση, η οποία μόνο ως ριζική σύγκρουση μπορεί να έχει κάποια τύχη. Καμιά μερική διεκδίκηση, καμιά επιδίωξη στο πλαίσιο του δεδομένου πολιτικού συστήματος δεν πρόκειται να είναι αποτελεσματική.
Μόνο ένα μεγάλο κοινωνικοπολιτικό κίνημα θα είχε σοβαρές πιθανότητες. Μόνο η ευρύτατη σύγκλιση στο πλαίσιο της Αριστεράς με έναν τέτοιο, ριζικά συγκρουσιακό προσανατολισμό θα μπορούσε να δώσει διέξοδο. Οσο κι αν είναι δύσκολο, όσο κι αν όσα συνέβησαν την τελευταία δεκαετία αποτελούν αντικειμενικά εμπόδιο, άλλος δρόμος δεν υπάρχει.
* εκπαιδευτικός
