Η εισαγωγή υποψηφίων με χαμηλές επιδόσεις σε πανεπιστημιακές σχολές τροφοδότησε για άλλη μια φορά τη συζήτηση για το επίπεδο των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, την ποιότητα των σπουδών στα Πανεπιστήμια. Για άλλη μια φορά, η συζήτηση φαίνεται να εγκλωβίζεται σε ιδεοληπτικές προσλήψεις ενός «επιπέδου» αποφοίτων και ενός «χρυσού εκπαιδευτικού παρελθόντος» που δεν υπήρχαν ποτέ. Ας δούμε μερικές από αυτές τις ιδεοληψίες και τη σχέση τους με το παρόν και το παρελθόν:
1. «Παλιά» το επίπεδο των αποφοίτων ήταν υψηλότερο. Το «παλιά» δεν προσδιορίζεται, αλλά αν θεωρήσουμε παλιά την προ 1983 εποχή, πριν δηλαδή από την πρώτη σημαντική επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και την κατάργηση των εξετάσεων από το Γυμνάσιο στο Λύκειο (έγινε το 1982), τότε έχουμε μπροστά μας έναν σημαντικά μικρότερο μαθητικό πληθυσμό να ανταγωνίζεται για λίγες θέσεις στην τριτοβάθμια. Η εισαγωγή στα ΑΕΙ με αυτά τα ποσοτικά δεδομένα απαιτούσε υψηλές επιδόσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το μορφωτικό επίπεδο των αποφοίτων στο σύνολό τους ήταν υψηλότερο.
2. Να αυστηροποιηθούν οι εξετάσεις, να μειωθούν οι σχολές. Το μόνο που θα πετύχει αυτό το μέτρο είναι η αύξηση της φοιτητικής μετανάστευσης στο εξωτερικό και η δημιουργία πελατείας σε ιδιωτικές σχολές. Θα γυρίσουμε ουσιαστικά στην προ 1998 εποχή, όπου ένα από τα κεντρικά σημεία της συζήτησης για την αύξηση των προσφερόμενων θέσεων από τα ελληνικά ΑΕΙ ήταν το πώς θα επιτευχθεί η μείωση των νέων που έφευγαν στο εξωτερικό για σπουδές. Επιπρόσθετα, στη σύγχρονη κοινωνία η υποχώρηση κλάδων του δευτερογενούς τομέα (κατασκευές και μεταποίηση), η ενίσχυση κλάδων των υπηρεσιών και η συρρίκνωση της ανειδίκευτης εργασίας καθιστούν επί της ουσίας έωλη κάθε πρόταση για περιορισμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
3. Τα πτυχία δεν έχουν αξία λόγω της πτώσης των επιδόσεων. Η αξία ενός πτυχίου καθορίζεται κυρίως από το πόσοι άλλοι το κατέχουν σε μια κοινωνία και δευτερευόντως από το πόσα ξέρει ο κάτοχός του. Οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δικηγόροι, οι εκπαιδευτικοί περασμένων δεκαετιών δεν ήταν καλύτεροι από τους σημερινούς. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο είχαν πολύ λιγότερους να συγκριθούν μαζί τους. Πόσοι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι σήμερα επιστήμονες δεν έχουν πολλαπλάσια προσόντα από καθηγητές Πανεπιστημίων προ εικοσαετίας;
Σε επαγγελματικό επίπεδο, ήταν λιγότεροι και είχαν κατά συνέπεια μεγαλύτερη πελατεία και πολύ καλύτερες πιθανότητες επαγγελματικής ανέλιξης. H άσκηση ενός επιστημονικού ελεύθερου επαγγέλματος ήταν πολλαπλά πιο επικερδής απ’ ό,τι σήμερα που κυριαρχεί η «μισθωτοποίηση» των επιστημόνων και μάλιστα με ιδιαίτερα συμπιεσμένες προσδοκίες. Ο πληθωρισμός των πτυχιούχων έφερε τη ρευστοποίηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων και την ανάδυση μιας μαζικής τεταρτοβάθμιας εκπαίδευσης (μεταπτυχιακά, διδακτορικά), η οποία συντείνει με τη σειρά της στην απαξίωση του πτυχίου.
4. Να υπάρξουν μαθήματα βαρύτητας σε κάθε τμήμα. Ενα μεγάλο ποσοστό υποψηφίων, ίσως οι περισσότεροι-ες, εισάγονται σε κάποια σχολή που ουσιαστικά τούς είναι αδιάφορη. Το ίδιο αδιάφορο τους είναι και το πρόγραμμα του Λυκείου. Εχουμε δηλαδή το φαινόμενο υποψηφίων που ενδεχομένως επέλεξαν να ακολουθήσουν την ανθρωπιστική κατεύθυνση επειδή δεν είναι καλοί στα Μαθηματικά ή τη Θετική επειδή δεν τους αρέσουν τα Αρχαία Ελληνικά.
Η πρόσφατη αλλαγή στο εξεταστικό της ανθρωπιστικής κατεύθυνσης με την επαναφορά των Λατινικών στη θέση της Κοινωνιολογίας δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα για το ποιο μάθημα θα θεωρήσουν βασικό τα Τμήματα Κοινωνικών, Πολιτικών Επιστημών κ.λπ., που είναι η πλειονότητα στη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Μια τέτοια πρόταση θα είχε νόημα αν η δομή του εξεταστικού συστήματος ήταν διαφορετική και υπήρχαν οι σχολές ελεύθερης πρόσβασης που καταργήθηκαν.
Πού βρίσκεται τελικά το πρόβλημα; Εχουμε οικονομικά προβλήματα που προσπαθούμε να τα λύσουμε με αμιγώς εκπαιδευτικά μέτρα. Η απαξίωση ορισμένων κλάδων σπουδών λόγω της υψηλής ανεργίας των αποφοίτων δεν αντιμετωπίζεται με αλλαγές στη δομή των εξετάσεων. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο έγινε η διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας προκαλεί προβλήματα.
Γύρω από έναν πυρήνα «περιζήτητων σχολών», λόγω περισσότερων πιθανοτήτων επαγγελματικής αποκατάστασης, βρίσκεται ένας μεγάλος αριθμός τμημάτων χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα και πολλές φορές χωρίς ξεκάθαρο ακαδημαϊκό προφίλ. Δίπλα σε όλα αυτά στέκεται και ένα σύστημα που εξετάζει στην ίδια ύλη και στα ίδια θέματα τον/την υποψήφιο-α του Πολυτεχνείου και τον/την υποψήφιο-α μιας σχολής Λογιστικής. Οι απαντήσεις δεν έχει νόημα να αναζητηθούν στο παρελθόν, αλλά στο μέλλον, που είναι η πολυμορφία στο περιεχόμενο του σχολείου, η ελεύθερη πρόσβαση σε κάποια τμήματα και η αύξηση των μαθησιακών επιλογών και των ευκαιριών απασχόλησης των νέων.
* εκπαιδευτικός
