«Χαμογελάω, αλλά φοράω τη μάσκα και δεν φαίνεται» είναι, δυστυχώς, η προφανής απάντηση αυτών των ημερών. Η κατάσταση που βιώνουμε μας έχει στερήσει πολύ το χαμόγελο, το χιούμορ, την απαραίτητη σε ορισμένες στιγμές ελαφρότητα για να αντιμετωπίσουμε την ούτως ή άλλως γεμάτη προκλήσεις ζωή μας.
Μέσα σε λίγους μήνες διαστρεβλώθηκε τόσο πολύ η καθημερινότητα, γενικεύτηκε τόσο πολύ η σύγχυση και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν επιλέγουμε καν τον «κατάλληλο» λόγο για να εκνευριστούμε, να γελάσουμε, να βιώσουμε τα πιο έντονα συναισθήματα. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, τα κρύβουμε κάτω από τη μάσκα μας.
Μια μικρή βόλτα ή αναμονή σε κάποια από τις ουρές έξω από τις τράπεζες, εκεί όπου συνωστίζονται αδίκως άνθρωποι όλων των ηλικιών, είναι ενδεικτική. Εκεί όπου η καχυποψία μεγαλώνει, τα βλέμματα επικεντρώνονται μόνο στο καλυμμένο σημείο του προσώπου και τα μάτια προσπαθούν να κάνουν ένα άτυπο «κορονοσκανάρισμα» του διπλανού.
Και αυτό το έμαθε με τον χειρότερο τρόπο ο νεαρός, ο οποίος επιχείρησε να σπάσει λίγο την κατήφεια και τη μονοτονία μας. Αγαρμπα μεν, με παιδική αφέλεια δε.
Στην προσπάθειά του, αστειευόμενος, να «κλέψει» θέση στην ουρά εισέπραξε πλήθος αποδοκιμασιών και εξαιρετικά αυστηρών παρατηρήσεων, όχι επειδή επιχείρησε να αδικήσει κάποιον συμπολίτη του, αλλά επειδή δεν φορούσε σωστά την προστατευτική μάσκα του.
«Είμαι κωμικός, ήθελα να σατιρίσω την κατάσταση, εσύ το κατάλαβες, σε είδα που γέλασες» μου λέει σχεδόν συνωμοτικά. «Χαμογελάω, αλλά δεν φαίνεται καλά κάτω από τη μάσκα» του απαντάω.
Δεν είναι μόνο η πανδημία, ο φόβος για την υγεία, ατομική και δημόσια, είναι αυτή η απαίτηση να κάνουμε εκπτώσεις στις ατομικές μας ελευθερίες κι εκεί που συμμορφωθήκαμε, τώρα μας ζητάνε κι άλλο, να γίνουμε εμμονικοί, να μας φορτώσουν κιλά τύψεων που τα αποκαλούν ατομική ευθύνη, για να μη βλέπουμε τα λάθη, την υπεροψία και την αλαζονεία τους.
Φιλότιμο ονομάζεται αυτό τώρα τελευταία νομίζω…
