ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βάλια Ζαπώνη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 18 Αυγούστου 1917 μια φωτιά που ο δυνατός αέρας εκείνης της ημέρας βοήθησε να εξαπλωθεί πολύ γρήγορα κατέστρεψε την αγαπημένη πόλη της Σαλονίκης και διέλυσε τη ζωή των κατοίκων της. Μέσα από τα αποκαΐδια και τα χαλάσματα που άφησε η Μεγάλη Πυρκαγιά ξαναφτιάχτηκε η πόλη, αλλά οι πληγές στις ψυχές των ανθρώπων έμειναν ανεπούλωτες, να χάσκουν, αγιάτρευτες…

Εχοντας ως κύριο θέμα της την πυρκαγιά του ’17, η συγγραφέας Φρειδερίκη Φαντίδου-Σιδηροπούλου δημιούργησε ένα άρτιο μυθιστόρημα, όπου το ατομικό γίγνεσθαι πλέκεται με το συλλογικό και η Φρειδερίκη αναρωτιέται: «Συνειδητά, εμείς οι ίδιοι καθορίζουμε την πορεία της ζωής μας ή η μοίρα, το πεπρωμένο, ένα απρόβλεπτο γεγονός μπορεί να αλλάξει τον ρου των γεγονότων και να επηρεάσει τη ζωή του καθενός;»

Ενας απόλυτος έρωτας, ανάμεσα σε δυο νέα παιδιά, ξεκινάει ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων, ένα δύσκολο παζλ που καλείται να συναρμολογήσει ο αναγνώστης, για να δοθεί στο τέλος η λύση μέσω της κάθαρσης, σαν αρχαία τραγωδία.

Το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν, οι ήρωες κινούνται, συναναστρέφονται, αγαπιούνται, χωρίζουν, φτιάχνουν τη δική τους ιστορία μέσα στη δίνη της Ιστορίας, που είναι η μοίρα της Σαλονίκης και όλης της Ελλάδας.

Κι όλα αυτά έχοντας για φόντο τα μέρη της παλιάς πόλης, σε ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο – εκεί που με μεγάλη μαεστρία σε οδηγεί η Φρειδερίκη.

Αξίζει να διαβαστεί… Η παλιά Σαλονίκη παρελαύνει μπροστά στα μάτια μας και μέρη που αγαπήσαμε προβάλλουν μπροστά μας εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι τα γνωρίσαμε.

Η Πλατεία της Αποβάθρας ονομάστηκε Πλατεία Ελευθερίας, το Αρσακλί έγινε Πανόραμα, οι Κήποι του Λευκού Πύργου σιγά σιγά χάθηκαν, όπως και η γειτονιά από τότε που τα χαμηλά σπίτια έγιναν πολυκατοικίες. Στους λιγοστούς παλιούς κατοίκους της περιοχής προστέθηκαν χιλιάδες νέοι κάτοικοι κουβαλώντας μαζί τους συνήθειες και παραδόσεις… Μπορούμε να μιλάμε για γειτονιές; αναρωτιέται η μικρή Νικόλ. Οι εργολάβοι δεν ακούν, μόνο κάνουν καλά τη δουλειά τους: παίρνουν με αντιπαροχή τα σπίτια και χτίζουν ασταμάτητα πολυκατοικίες, να στοιβαχτούν οι άνθρωποι, να γίνουν κάτοικοι των πόλεων…

Κι έπειτα ο πόλεμος, ο Α’ Παγκόσμιος, που φέρνει τα συμμαχικά στρατεύματα της Αντάντ στη Σαλονίκη αλλά και τον Ζιλ, που θα γίνει η ευτυχία και συνάμα η δυστυχία για τη Νικόλ. Oι Σύμμαχοι καταλαμβάνουν την πόλη μας και η Φρειδερίκη βρίσκει την ευκαιρία να στηλιτεύσει τον «καταραμένο πόλεμο», τον παραλογισμό των εχθροπραξιών, και να περάσει μηνύματα ειρήνης: «Μήπως ο πόλεμος με λογική και σχεδιασμό δεν έγινε από ανθρώπους που δεν ξέρουν να ονειρεύονται, δεν έγινε από ανθρώπους που δεν ξέρουν να γελούν με την καρδιά τους, να αγαπούν με την καρδιά τους, να κοιτάζουν τον άλλο στα μάτια και να του μιλούν στα ίσα;». Homo homini lupus (O άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος), είπε ο διάσημος φιλόσοφος και οικονομολόγος Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes), και οι πόλεμοι θα εξακολουθήσουν να ταλανίζουν την ανθρωπότητα εφόσον τα οικονομικά συμφέροντα θα σπρώχνουν τα κράτη και τους ανθρώπους να αλληλοτρώγονται και να αλληλοεξοντώνονται…

Από τα αποκαΐδια και τα χαλάσματα

Οι εναλλαγές μεταξύ διαλόγου, μονολόγου και αλληλογραφίας κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη του μυθιστορήματος και η ιστορία της πόλης σαν ταινία περνάει από την απελευθέρωση το 1912, την Εθνική Αμυνα, τον ερχομό των Μικρασιατών, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή…

Την αγαπάει πολύ τη Σαλονίκη η Φρειδερίκη, καθότι γέννημα-θρέμμα της. Το αντιλαμβάνεσαι όταν μιλάει/γράφει για το Σιντριβάνι, τη Ροτόντα, τις βυζαντινές εκκλησίες, το Μπέχτσιναρ, που τραγουδήθηκε από τον Τσιτσάνη. Ξεχειλίζει από έρωτα για αυτήν την «παράξενη πόλη», όπως τη λέει ο Ζιλ στα γράμματα που στέλνει στους δικούς του στη Γαλλία: «Η Θεσσαλονίκη είναι ένα ψηφιδωτό, Εβραίοι, κυρίως σεφαραδίτες, μουσουλμάνοι, χριστιανοί ορθόδοξοι και καθολικοί…»

Τελειώνοντας το βιβλίο, είναι σαν να ακούς τον άλλο συμπολίτη μας, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, που αναφερόταν συνέχεια στην πόλη μας, «από το Βαρδάρι ώς το Σιντριβάνι και από τον Πύργο ώς την Πλατεία Δικαστηρίων, σε ψάχνω σε όλα τα πεζοδρόμια, έφαγα όλα τα γιαπιά για να σε βρω…»