ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναμφιβόλως οι προηγούμενες σαράντα πέντε μέρες είναι από τις πιο «βαριές» μέρες στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Πριν από ενάμιση μήνα, όταν διαβήκαμε το κατώφλι για να μπούμε στον εθιμικά ξέγνοιαστο Αύγουστο, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα συνέβαινε στη διάρκειά του. Μετά τριάντα μέρες όμως, όταν τον αποχαιρετήσαμε, βρεθήκαμε φορτωμένοι με ένα απρόσμενα βαρύ φορτίο.

Χρειάστηκε να περάσουν μερικές μέρες ακόμα για να αντιληφθούμε τι ακριβώς είχε συμβεί. Οταν τελείωσε την ομιλία του ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη, δεν υπήρχε Ελληνας που να μην είχε συνειδητοποιήσει ότι μέσα σε 2.700 ώρες η κυβέρνηση του είχε φορτώσει ένα φορτίο που περιείχε: 10 δισ. -τουλάχιστον- για όπλα, έναν διπλωματικό «διάλογο», σημαντικές περικοπές στα εργασιακά και τα ασφαλιστικά δικαιώματα και ένα αβέβαιο υγειονομικό μέλλον που θα χρησιμοποιηθεί ως πρόφαση για επώδυνες αλλαγές.

Ομως η πιο ψυχοφθόρα παρακαταθήκη του Αυγούστου είναι η διάχυτη υποψία και η διευρυνόμενη αμφιβολία, καθώς πλέον όλο και περισσότεροι Ελληνες αναζητούν πίσω από κάθε επίσημη δήλωση μια μελλοντική απειλή και ένα σχέδιο αντιπερισπασμού. Η ανασφάλεια που προκάλεσαν οι διφορούμενοι κυβερνητικοί χειρισμοί σε μείζονα θέματα δικαιολογούν τη διάχυτη καχυποψία.

Η διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού, για παράδειγμα.Ξεκινήσαμε με σχεδόν καθημερινές «πατρικές παραινέσεις» από τηλεοράσεως. Σε λίγους μήνες όμως η τηλεοπτική εικόνα του «πατερούλη» κατέρρευσε, καθώς πολλοί αντιλήφθηκαν ότι το πατρικό ενδιαφέρον αφορούσε τους ακτοπλόους και τους ξενοδόχους. Η απορία διογκώθηκε όταν οι τηλεοπτικοί δέκτες άρχισαν να μεταφέρουν εικόνες τουριστών -και με βρετανικό διαβατήριο- να παρτάρουν ανεξέλεγκτοι σε παραλίες, πλατείες και βίλες. Τότε πολλοί ανέσυραν από τη μνήμη τους τα επιχειρήματα που πρόβαλαν οι αρμόδιοι, προκειμένου να διαλύσουν τις παρέες των νεαρών που συγκεντρώνονταν στις πλατείες της Αθήνας.

Τη χαριστική βολή στην αξιοπιστία των κυβερνητικών χειρισμών την έδωσαν οι «αχάριστοι» Εγγλέζοι. Η γνωστοποίηση της βρετανικής καραντίνας στους επισκέπτες των εφτά νησιών έκανε πολλούς να αναρωτηθούν για το αν οι κυβερνητικές ανακοινώσεις που αφορούσαν τον αριθμό και τη χωροταξία των κρουσμάτων ήταν αληθινές ή ήταν μαγειρεμένες με… καρυκεύματα και πολύ αλάτι, για να εξαφανίσουν τη γεύση του ψεύδους. Τα προσχήματα κατέρρευσαν όταν συνειδητοποίησαν ότι ο κορονοϊός αξιοποιείται ως επιχείρημα, προκειμένου να δικαιολογηθούν πολιτικές που ανατρέπουν την εργασία, την κοινωνική ασφάλιση και την καθημερινότητα.

Αλλά και στα ελληνοτουρκικά ο καμβάς ήταν παρόμοιος. Από το «πρώτα ισοπεδώνουμε και μετά ρωτάμε» περάσαμε στις εύκαμπτες κόκκινες γραμμές. Από το «δεν έχουμε παρά ένα θέμα προς συζήτηση» βρεθήκαμε να ακούμε για κρυφούς διαλόγους και για συμφωνίες που κανείς ακόμα δεν έχει καταλάβει αν έγιναν και τι περιλαμβάνουν. Από τα τα «αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα» βρεθήκαμε, υπό τους ήχους των μηχανών ενός ερευνητικού σκάφους και μερικών πολεμικών, σε μη «οριοθετημένες περιοχές». Με αυτά και με εκείνα ξυπνήσαμε ένα πρωί έχοντας στην πλάτη έναν λογαριασμό 10 δισ. και έναν διάλογο που κανείς δεν γνωρίζει πού θα καταλήξει.

Ούτε η οικονομία μπορεί να πει κανείς ότι είναι το φόρτε της κυβερνητικής ειλικρίνειας. Ξεκίνησε με ανάπτυξη 4% και κατέληξε σε περικοπές υπερωριών και άλλων εργασιακών δικαιωμάτων, σε παράδοση των επικουρικών, οι οποίες όμοια με την Ιφιγένεια θυσιάζονται στον βωμό των ασφαλιστικών εταιρειών, σε χιλιάδες εκκρεμείς συντάξεις και σε «τάματα» στους «επενδυτές».

Και να σκεφτείτε ότι δεν έχουν περάσει δώδεκα μήνες από τότε που εμφάνιζαν ως «παρανόηση» τις σχετικές δηλώσεις που έκαναν στελέχη κατά την προεκλογική περίοδο. Το καινούργιο εύρημα όμως που θα μας απασχολήσει τους επόμενους μήνες έχει όνομα: Πισσαρίδης. Αξιοποιείται άλλοτε ως «λαγός», άλλοτε ως «Κάλχας», άλλοτε ως «κουρέας» και άλλοτε ως «χασάπης». Στην αρχή τον εμφάνισαν ως τον προφήτη που υπόσχεται ένα καλύτερο κόσμο, αλλά στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι το «καλύτερος» αφορούσε μόνο λίγους, ενώ για όλους τους υπόλοιπους συνεπαγόταν «κουρέματα» και «ακρωτηριασμούς» τής ήδη λειψής ζωής που τους είχε αφήσει το Μνημόνιο.

Αν αρχίσουμε να απαριθμούμε τις περιπτώσεις που τροφοδότησαν τις μηχανές της καχυποψίας και της αμφιβολίας με το «κάρβουνο» του αποπροσανατολισμού και της παραπλάνησης, θα χρειαστούν σελίδες. Το σίγουρο είναι ότι η πρακτική αυτή -όπως και το ψέμα- έχει «κοντά ποδάρια». Στο τέλος όμως αυτός που θα δει τα «πρόβατά» του να καταβροχθίζονται από τους «λύκους» δεν θα είναι ούτε οι εμπνευστές ούτε οι εκτελεστές του σχεδίου «παραπλάνηση». Θα είναι η ίδια η δημοκρατία, η οποία για ακόμα μία φορά, «φαρμακωμένη» από το φαρμάκι της απαξίωσης, θα προσπαθεί να επιβιώσει βαριά λαβωμένη από αυτούς που είχαν αναλάβει να την προστατεύσουν και να την υπερασπίσουν από όσους την επιβουλεύονται και τη φθονούν…

* δημοσιογράφος, συγγραφέας