Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από αρκετά χρόνια, το peruskoulou, το εννιαετές ενιαίο σχολείο βασικής εκπαίδευσης της Φινλανδίας, που ξεκίνησε το 1972 και έγινε το θεμέλιο όλων των άλλων μορφών εκπαίδευσης προσφέροντας ίσες ευκαιρίες για όλους, δέχτηκε σφοδρές κριτικές. Οι επικριτικές φωνές υποστήριζαν πως το peruskoulou σκοτώνει το ταλέντο, μη επιτρέποντας στους χαρισματικούς μαθητές να προοδεύσουν περισσότερο. Μέχρι που το 2001 η επιμονή του peruskoulοu στην κοινωνική ισότητα δικαιώθηκε πανηγυρικά όταν η Φινλανδία εμφανίστηκε να έχει τις καλύτερες επιδόσεις απ’ όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα νέα της πρώτης μελέτης του PISA.

H Φινλανδία παραμένει ακόμα και σήμερα ένα κράτος με άριστες επιδόσεις στη δημόσια παιδεία, τη στιγμή που στη χώρα μας οι μαθητές εξακολουθούν να αποστηθίζουν σελίδες και να πέφτουν μαζικά -τουλάχιστον οι μισοί- κάτω από τη βάση – σύμφωνα με τα στατιστικά των πανελλαδικών εξετάσεων, ενώ παράλληλα οι ιδιωτικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες μας συνεχίζουν να μη γνωρίζουν κρίση.

Ποιο είναι το κυρίαρχο πρότυπο υποκειμενοποίησης που διακινείται μέσα στο ελληνικό σχολείο; Ποια είναι η σχέση μεταξύ των επιδόσεων και της κοινωνικής καταγωγής; Και ποια είναι η πρόκληση για την παιδεία σήμερα;

Είναι ευρέως αποδεκτό πως το ελληνικό μαθητικό σώμα διαπερνάται από τις κοινωνικές αντιθέσεις ενώ η ελληνική κοινωνία είναι εθισμένη στην απόκτηση τίτλων και όχι γνώσης. Η πρόσβαση στα πνευματικά αγαθά είναι άνιση καθώς το κοινωνικό περιβάλλον καθορίζει τον βαθμό της εξοικείωσης με τη γλώσσα και την κουλτούρα με την οποία φτάνουν τα παιδιά στο σχολείο. Το υποκείμενο της μάθησης εξαντλείται μεταξύ δημόσιων σχολείων και φροντιστηρίων, συσσωρεύει πληροφορίες, προετοιμάζεται για τις εξετάσεις και αποζητά τη βαθμολόγηση. Κι όμως τερματίζει από τους τελευταίους στις διεθνείς κατατάξεις. Οι επιδόσεις των τελειόφοιτων Λυκείου στη χώρα μας δεν έχουν πάψει να χειροτερεύουν συνεχώς από το 2009 βάσει της διεθνούς εκπαιδευτικής αξιολόγησης του προγράμματος PISA, το οποίο πραγματοποιείται κάθε τρία χρόνια από τον ΟΟΣΑ.

Γιατί λοιπόν δεν αναζητάμε ένα νέο εκπαιδευτικό μοντέλο; Τι μας καθηλώνει σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν προετοιμάζει τους μαθητές να σκέφτονται, να διαβάζουν και να υποδέχονται τις αλλαγές παρά μόνο να «συλλέγουν μόρια» και να «καταναλώνουν πτυχία και πιστοποιητικά»; Γιατί οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις φοβούνται ό,τι ξεφεύγει από τον κλασικό εγγραμματισμό και τρέμουν την ισότητα;

Ενα παιδί που εισέρχεται στο σχολείο είναι φορέας της εμπειρίας που έχει αποκτήσει στο οικογενειακό του περιβάλλον. Εκεί, αρχίζει για πρώτη φορά να ζει υπό την επίδραση όχι μόνο των γονέων αλλά και των σχολικών σχέσεων, αρχίζοντας να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέρος μιας κοινότητας ανθρώπων, πέραν της οικογένειας.

Σε αυτή τη σχολική κοινότητα, τα παιδιά δεν προετοιμάζονται για τη ζωή, όπως στα σκανδιναβικά σχολεία και κυρίως στη Φινλανδία. Η λέξη ισότητα δεν είναι αυτή που κυριαρχεί μέσα στο ελληνικό σχολικό πλαίσιο. Τα «σχολεία της ελίτ» παραμένουν όνειρο των γονέων της μεσαίας τάξης, ενώ το μαθητικό υποκείμενο αποζητά βαθμούς και υπακούει στην αρχή της μετρήσιμης αριστείας.

Ετσι, οι ανισότητες όχι μόνο δεν εξαλείφονται αλλά αναπαράγονται μέσα από τον χώρο της εκπαίδευσης.

Ψηφιακό χάσμα και κοινωνική κινητικότητα

Κατά πόσο εντείνονται οι ανισότητες μέσα στον χώρο της ελληνικής εκπαίδευσης στην ψηφιακή εποχή;

Ο Covid-19 ανέδειξε το ψηφιακό χάσμα μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης, ένα χάσμα που δεν μπορεί παρά να εντείνει τις ανισότητες όχι μόνο στον χώρο της εκπαίδευσης, αλλά και στην κοινωνία. Η εκπαίδευση δεν μπορεί συνεπώς να αποτελεί μηχανή κοινωνικής κινητικότητας αφού πλέον παράγεται ένα νέο τεράστιο κενό ανάμεσα στα «υποκείμενα της μάθησης» που ωφελούνται από τις νέες τεχνολογίες και σε εκείνα που δεν έχουν πρόσβαση στην ψηφιακή γνώση εξαιτίας οικονομικοκοινωνικών παραγόντων. «Η πρόσβαση στο διαδίκτυο θεωρείται ανθρώπινο δικαίωμα», έγραφαν, εν μέσω της πανδημίας, οι Financial Times, υπενθυμίζοντας πως περίπου 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα είναι «μη συνδεδεμένοι» μέχρι το 2023.

Στη Μεγάλη Βρετανία, το ψηφιακό χάσμα μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης έχει προκαλέσει τη στροφή της μεσαίας τάξης προς την ιδιωτική εκπαίδευση, σημειώνει ο Guardian. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας, έχει καταγραφεί αύξηση αιτημάτων από δυσαρεστημένους γονείς της δημόσιας εκπαίδευσης προς τα ιδιωτικά σχολεία ύψους 20-30%. Αυτό συνέβη -μεταξύ άλλων- γιατί μόνο το 3% των δημόσιων Δημοτικών σχολείων και το 6% των δημόσιων σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατάφερε να εξασφαλίσει «on line διδασκαλία για τους μαθητές». Το ποσοστό είναι εξαιρετικά χαμηλό συγκριτικά με το 59% των ιδιωτικών σχολείων ιδιωτικής εκπαίδευσης και το 72% των βρετανικών ιδιωτικών Γυμνασίων και Λυκείων, που παρείχαν διαδικτυακά μαθήματα με την παρουσία καθηγητή, βάσει των στοιχείων της έρευνας που διεξήχθη από το Teacher Tapp.

Σε ελεύθερη μετάφραση; Μόνο όσοι δύνανται να διαθέσουν τα χρήματα για τα δίδακτρα θα αποκτούν ψηφιακές δεξιότητες. Στις ψηφιοποιημένες κοινωνίες όμως, οι ψηφιακές δεξιότητες είναι ανάγκη και όχι πολυτέλεια.

Οταν η εκπαίδευση είναι διαφορετικών ταχυτήτων, η σχολική αποτυχία αφορά περισσότερο τις ευάλωτες ομάδες και το σχολείο δεν λειτουργεί ως θεσμός προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού. Τουναντίον. Η αδυναμία ανταπόκριση στις διαφορετικές ανάγκες των υποκειμένων της μάθησης σημαίνει και αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ο κοινωνιολόγος John Goldthorpe, επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, είχε επισημάνει πως στη Βρετανία η εκπαίδευση, από το 1970 και μετά, δεν αποτελεί μηχανή κοινωνικής κινητικότητας, ούτε κατ’ επέκταση όχημα μετασχηματισμού των ανθρώπινων ζωών.

Στη χώρα μας το τοπίο είναι παρόμοιο. Οι εκπαιδευτικές διαδρομές αναμφίβολα επιμηκύνονται, όπως και στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Κυριαρχεί, ωστόσο, κοινωνική διαφοροποίηση του μήκους των εκπαιδευτικών διαδρομών καθώς δεν υπάρχει ένα δημόσιο παιδαγωγικό πλαίσιο για να ενδυναμώσει όλα τα παιδιά γνωσιακά και ψυχοκοινωνικά, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση. Ο βαθμός κοινωνικής κινητικότητας εξαρτάται, ως γνωστόν, από το πόσο δωρεάν είναι η δημόσια εκπαίδευση και από το πόσο υψηλή είναι η ποιότητά της.

Το σχολείο θα έχει πετύχει όταν θα είναι σε θέση να διορθώνει την πολιτισμική αποστέρηση που έχει τις ρίζες της στο οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και όταν θα προετοιμάζει τα παιδιά για τη ζωή και όχι για τις εξετάσεις, θα επιτρέπει την ονειροπόληση, θα αναγνωρίζει συναισθήματα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές του Κέντρου Συναισθηματικής Νοημοσύνης στο Yale, τα σχολεία που διδάσκουν συναισθήματα, μέσα από το πρόγραμμα Ruler, έχουν λιγότερα κρούσματα σχολικού εκφοβισμού, καλύτερες επιδόσεις μαθητών και χαμηλότερα επίπεδα μαθητικού στρες.

Η εκπλήρωση των μαθησιακών στόχων και η εξάλειψη των ανισοτήτων στον χώρο της παιδείας απαιτεί, συνεπώς, ολοκληρωμένη κοινωνική πολιτική και μια νέα εκπαιδευτική ματιά που δεν θα «κοιτάζει» τα παιδιά ως «μέσους όρους βαθμολογίας» αλλά ως δημιουργικά υποκείμενα σκέψης και δράσης, με όνειρα και συναισθήματα.