ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σωτήρης Στ. Λίβας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η επικύρωση από πλευράς της τουρκικής κυβέρνησης της δικαστικής απόφασης μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί αποτελεί το, σε συμβολικό επίπεδο, αποκορύφωμα της συστηματικής, κατά την τελευταία δεκαετία, προσπάθειας του καθεστώτος ΑΚΡ να εμπεδωθεί πλήρως η προσωποκεντρική, αυταρχική εξουσία του Ερντογάν, να καμφθούν τα όποια εμπόδια στη νεοοθωμανική αυτοπεποίθηση της χώρας και να αφαιρεθούν και τα τελευταία, στον δημόσιο χώρο, ίχνη του κοσμικόδοξου, κεμαλικού παρελθόντος της Τουρκίας. Και οι τρεις άξονες αυτής της πολιτικής εξυπηρετούνται από την ανάδειξη του τουρκικού ισλαμιστικού εθνικισμού, αυτής της ιδιότυπης μείξης τουρκικού αναθεωρητικού εθνικισμού και πολιτικού ισλαμισμού, σε κύριο ιδεολογικό φορέα νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας. Με τη σειρά του αυτό το στοιχείο τροφοδοτεί μια γενικότερη αίσθηση ότι η Τουρκία απομακρύνεται συνεχώς από τη Δύση.

Το «όλο και πιο μακριά από τη Δύση» δεν σημαίνει και απαραίτητα «όλο και κοντύτερα στην Ανατολή». Αφήνοντας κατά μέρος, για λόγους συντομίας, την επιστημολογική αντιμετώπιση αυτών των γενικεύσεων, θα πρέπει να επικεντρωθούμε: α) στο αν αυτή η απομάκρυνση από τη Δύση μπορεί να ταυτιστεί με μια στρατηγική σύνδεση της Τουρκίας με τη Ρωσία και την Κίνα και β) στο αν πράγματι αυτή η ιδεολογία του τουρκικού εθνικιστικού ισλαμισμού και οι πολιτικές εφαρμογής της στην πράξη βρίσκουν ανταπόκριση στις χώρες της περιοχής ή/και ασκούν γοητεία στις κοινωνίες των χωρών με μουσουλμανικό κυρίως πληθυσμό.

Εννοείται ότι στην πραγματικότητα θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι σε παρόμοιες αφαιρέσεις. Τίποτε, πέραν του μεγαλοϊδεατισμού και της τυχοδιωκτικής επιδίωξης του άμεσου κέρδους, δεν είναι σταθερό στην επιφάνεια της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Ετσι, οι οργισμένες παραστάσεις υπεράσπισης των υπό γενοκτονικό διωγμό Ουιγούρων του Σινγιάνγκ συνοδεύονται από τις ευρασιατικές φαντασιώσεις του Ντογού Περιντσέκ (του αποκαλούμενου και μοναδικού πιθανού διαδόχου του Ερντογάν) περί της φυσικής σχέσης μεταξύ Κίνας και Τουρκίας και οι σχέσεις με τη Ρωσία του Πούτιν ακολουθούν τη ροή της εξέλιξης των πολέμων στη Συρία και τη Λιβύη και εργαλειοποιούνται για να ασκηθεί πίεση στις ΗΠΑ.

Αυτό όμως το στοιχείο αποδεικνύει απλώς το αυτονόητο: στην πλευρά των αναθεωρητών του διεθνούς συστήματος και των BRICs, οι τεκτονικές πλάκες είναι ακόμη πιο ασταθείς από ό,τι στη «δυτική» πλευρά του πλανήτη (και αυτό, βεβαίως, είναι απολύτως φυσικό) και οι συμμαχίες είναι ευκαιριακές και φευγαλέες συνθέσεις αξιοποίησης συγκυριών προς χάριν ιδίων συμφερόντων.

Στο ιδεολογικό πεδίο τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά: δεν απέχουμε και πολύ από τα απόνερα του πολέμου των πολιτισμών, της μαζικής προπαγανδιστικής εκμετάλλευσης των αποκεφαλισμών και της Αποκάλυψης του ISIS και της εκμετάλλευσης της σφαγής του Κρίστιαντσερτς από τον Ερντογάν. Θα μπορούσε το συγκεκριμένο ιδιότυπο ιδεολογικό προϊόν της κυβέρνησης Ερντογάν να εξαχθεί στις χώρες της περιοχής με σκοπό να αναλάβει η Τουρκία ηγετικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο, τον ρόλο, δηλαδή, που το ΑΚΡ θεωρεί φυσικό, εγγενές δικαίωμα της χώρας; Υπήρχε, η αλήθεια είναι, μια εποχή (που συμπίπτει σε γενικές γραμμές με την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα) κατά την οποία η Τουρκία μπορούσε να αυτοπροβάλλεται ως χώρα-πρότυπο για τις υπόλοιπες της περιοχής.

Οι παράγοντες όμως που είχαν συντελέσει σε αυτή την «επιτυχία» (ισχυρή οικονομία, προσπάθειες για εμπέδωση δημοκρατίας, λεκτικές εγγυήσεις για προστασία μειονοτήτων, συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, πορεία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση) δεν υφίστανται πλέον. Η εποχή που η χώρα μπορούσε να καυχηθεί ότι αποτελεί φωτεινό παράδειγμα για την περιοχή έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Για τους περισσότερους μουσουλμάνους, η Τουρκία όχι μόνο δεν μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα αλλά έχει γίνει απλώς άλλη μια χώρα της Μέσης Ανατολής, άλλη μια ψηφίδα του παζλ της περιοχής.

Φεύγοντας από την απαξίωση (με τρανταχτή εξαίρεση τη Χαμάς) της ίδιας της Τουρκίας για τις κοινωνίες των χωρών της Μέσης Ανατολής και πηγαίνοντας στην ιδεολογία του ισλαμισμού, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα ακόλουθα: ακόμη και χωρίς τις ιδιαιτερότητες του τουρκικού ιδεολογικού αφηγήματος, και πάλι ο ισλαμισμός, ως σύστημα πολιτικοποίησης του Ισλάμ, έχει χάσει, εδώ και πολλά χρόνια, τη δυναμική του και τη γοητεία του ως ιδεολογία ερμηνείας, αντίστασης και εξέγερσης. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί: η απογοήτευση από την εξέλιξη των εξεγέρσεων της Αραβικής Ανοιξης, η πτώση της κυβέρνησης Μόρσι στην Αίγυπτο, η διαφαινόμενη έκβαση του πολέμου στη Συρία, η αδιέξοδη βία του ISIS.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτό που έχει σημασία είναι ότι επί του παρόντος φαίνεται πως έχουν αναλωθεί τα ιδεολογικά αποθέματα του ισλαμισμού ως συστήματος διεκδίκησης της εξουσίας. Συγχρόνως, έχει πάψει να είναι «χρήσιμος» για τις κυβερνήσεις των χωρών της περιοχής. Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα παρόμοιων απαγορεύσεων (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Αίγυπτος) η Ιορδανία, όπου με προχθεσινή απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου ουσιαστικά διαλύεται η οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων της χώρας.

* Αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο