Ανοιξε τα μάτια ιδρωμένη. Ημίφως. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα, αλλά αισθανόταν την ύπαρξή του, σαν να τον έβλεπε έτοιμο να σκάσει πίσω από το βουνό.
Τρίτο συνεχόμενο βράδυ που κοιμόταν λίγο. Τρίτο συνεχόμενο πρωινό που ξυπνούσε λίγο πριν γεννηθεί η μέρα. Τις προηγούμενες δεν σηκωνόταν, παρά μόνο για να πιει νερό. Περίμενε να χαράξει πριν αποφασίσει ότι η μέρα ξεκινούσε.
Αλλά σήμερα δεν ήταν το ίδιο. Μάζεψε το σεντόνι που σερνόταν στο πάτωμα, έβαλε τα σανδάλια της και πήγε στην κουζίνα. Αδειασε μονορούφι δυο ποτήρια νερό.
Εφτιαξε δυνατό καφέ, πήρε δυο παξιμαδάκια κρίθινα και λίγο τυρί και βγήκε στη βεράντα. Ενα λεπτό κόκκινο στεφάνι αχνοφαινόταν στην ανατολή, αλλάζοντας το χρώμα του ουρανού που από σκούρος μπλε πίσω της γινόταν γκρίζος και με μια μαγική μετάβαση φωτιζόταν κι έπαιρνε ένα ιώδες πορτοκαλί.
Το γιασεμί μύριζε. Είχε ανθίσει νωρίς. Αφησε στο τραπέζι το πρωινό και μπήκε μέσα να πάρει κάτι να ρίξει στην πλάτη της. Είχε ωραία δροσιά.
Αλλαξε θέση στην πολυθρόνα, για να μπορεί να βλέπει τον ήλιο να ξυπνάει τον κόλπο, που καθρέφτιζε ό,τι του έδειχνε ο ουρανός. Ολα προοιωνίζονταν μια όμορφη, ζεστή μέρα.
«Πόσο τυχερή είμαι» σκέφτηκε αναλογιζόμενη την ομορφιά και την ησυχία που τόσο σπάνια μπορούσε να απολαύσει.
Πόσα χρόνια είχε να έρθει; Δυο; Τρία; Αιώνας της φαινόταν. Πότε είχε πρωτοέρθει; Πολλούς αιώνες πίσω, σε μια εποχή που το σπίτι ακόμη δεν υπήρχε και όταν χτίστηκε ήταν το πρώτο ή το δεύτερο εκεί. Αργότερα έγινε «κράχτης» για όσους ήρθαν και αγόρασαν οικόπεδα. Τώρα ο δρόμος είχε άσφαλτο, αλλά ακόμα τα αυτοκίνητα που τον περνούσαν ήταν λίγα. Ειδικά τέτοια εποχή.
Πόσες φορές δεν είχε κοκκινίσει τα γόνατά της παίζοντας μπάλα στον χωματόδρομο και πόσα φαγητά δεν είχε μαγειρέψει με χώμα, νερό και αγριόχορτα στα πλαστικά κουζινικά της. Και πόσα όνειρα δεν έκανε εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι στο πανεπιστήμιο που διάβαζε Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο και με μια γραφομηχανή τακ, τακ, τακ, τακ, έσπαγε τα δάχτυλά της για εκείνη την εργασία πριν πάρει πτυχίο. «Η Κοινωνική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ» ή κάτι παρόμοιο. Ούτε που το θυμόταν πια.
Τώρα όλα ήταν αλλιώς. Εκείνο το ανασφαλές κορίτσι με τα μεγάλα όνειρα είχε αλλάξει πολύ. Το έβλεπε στις φωτογραφίες, το αισθανόταν περισσότερο. Μάλωνε τον εαυτό της κάθε φορά που μετάνιωνε και έλεγε ότι «αν ήξερα τότε, αυτό θα το είχα κάνει αλλιώς» ή «έπρεπε να έχω πει ναι ή όχι τότε που…»
Αφού ήξερε: καμιά απόφαση δεν ήταν της στιγμής, κανένα ναι ή όχι δεν ειπώθηκε ελαφρά τη καρδία. Ηταν πάντα η καλύτερη δυνατή απόφαση δεδομένων των συνθηκών και με στόχο να μην προδοθεί κάποιο όνειρο και να μην κάνει κακό.
Επινε καφέ και κοίταζε τη θάλασσα. Ο απολογισμός σε ισορροπία κι ένας πολύτιμος θησαυρός από φίλους. Ενα μόνο πράγμα θα άλλαζε: θα αφηνόταν λίγο περισσότερο στη χαρά.
Το αυτόματο πότισμα πήρε μπροστά στις 7.30 ακριβώς. Οπως κάθε μέρα. Κάτω από τη μεγάλη τριανταφυλλιά δημιουργήθηκε μια λιμνούλα. Τυλίχτηκε την εσάρπα της, έβγαλε τα ξύλινα σανδάλια της και κατέβηκε τη σκάλα αθόρυβα. Κάθισε στο τελευταίο σκαλοπάτι και περίμενε.
Οχι για πολύ. Ενα ζευγάρι κοτσύφια ήρθαν και μπήκαν στο νερό. Βουτούσαν τα κεφάλια τους, σήκωναν τα φτερά τους και τσιμπολογούσαν τα πούπουλά τους. Τα παρακολουθούσε σχεδόν χωρίς να ανασαίνει. Οταν έφυγαν και ανέβηκαν στην κληματαριά, άρχισαν να κελαηδούν.
Ανέβηκε κι εκείνη ξανά στη βεράντα. Ο Ευβοϊκός μπροστά της γυάλιζε κάτω από το πρωινό φως, είχαν αρχίσει να ξεχωρίζουν οι στέγες των σπιτιών ανάμεσα στα δέντρα και ο ήλιος ανέβαινε ψηλά.
«Πόσο τυχερή είμαι» σκέφτηκε ξανά. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Σαν τα κοτσύφια που κάνουν μπάνιο στον λάκκο της τριανταφυλλιάς και αυτή η βεράντα-παράθυρο στη θάλασσα.
