Κι όμως η χαλαρή νομισματική πολιτική αποτελεί εφαλτήρα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων παρά αναστολέα.
Χρόνια τώρα, οι πολέμιοι της χαλαρής νομισματικής πολιτικής -που η ΕΚΤ υιοθέτησε μετά το κραχ του 2008 και συνέχισε με το ξέσπασμα της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους- απέδιδαν σε αυτήν την εξασθένηση του μεταρρυθμιστικού ζήλου στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.
Ο τέως πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι δέχτηκε ουκ ολίγες φορές στη διάρκεια της θητείας του βολές από Γερμανούς πολιτικούς και οικονομολόγους για την επιμονή του στα χαμηλά επιτόκια και τις αγορές ομολόγων που αποτελούν τους βασικούς πυλώνες αυτής της πολιτικής. Ενα από τα επιχειρήματα της κριτικής εναντίον του ήταν και ο ισχυρισμός ότι «βροχή δισεκατομμυρίων» της ΕΚΤ λειτουργεί ανασταλτικά στην υλοποίηση των αναγκαίων -για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας- μεταρρυθμίσεων στις ασθενέστερες οικονομίες της ευρωζώνης.
Μια νέα έρευνα όμως που ήλθε χθες στο φως της δημοσιότητα από το γερμανικό ίδρυμα Bertelsmann, υποδεικνύει όμως πως ο εν λόγω ο ισχυρισμός ήταν απλά ένας μύθος που επί χρόνια πλάσαρε έντεχνα μερίδα του γερμανικού κατεστημένου, η οποία επιζητούσε υψηλότερο επιτόκιο και μεγαλύτερη πρόσοδο για τα «παρκαρισμένα» περιουσιακά της στοιχεία. Η έρευνα διαπίστωσε συγκεκριμένα ότι η χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ συνέβαλε στην υλοποίηση περισσότερων μεταρρυθμίσεων στην ευρωζώνη από αυτές που θα είχαν πραγματοποιηθεί αν δεν εφαρμοζόταν. Μια λιγότερο επεκτατική πολιτική από αυτήν που εφαρμόστηκε, δηλαδή, θα είχε φέρει λιγότερες μεταρρυθμίσεις.
Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα ότι η πολιτική της ΕΚΤ τροφοδότησε περισσότερο μεταρρυθμίσεις στις χώρες που επικρίθηκαν για έλλειψη μεταρρυθμιστικού ζήλου (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα) οι οποίες βρέθηκαν και στο επίκεντρο της κρίσης χρέους. Η νομισματική χαλάρωση διευκόλυνε συγκεκριμένα το βραχυπρόθεσμο κόστος των μεταρρυθμίσεων, παρέχοντας έτσι μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών στις κυβερνήσεις και συμβάλλοντας στην ταχύτερη ανάπτυξη των οικονομιών.
