Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στον γενέθλιο τόπο, μετά πέντε μήνες. Είναι σαν να γεννιέσαι εκ νέου, για δεύτερη ή τρίτη, ξέρω ‘γώ πόσες, φορά. Ανοιχτό το καφενείο, ανοιχτές και οι καρδιές των ανθρώπων, που, επιτέλους, ξανασυναντιούνται. Αποκαρδιωτικά τα συμπεράσματα των συζητήσεων. Ισα ίσα που θα τα φέρουν βόλτα οι νέοι αγρότες. Οι τελευταίες (καταρρακτώδεις) βροχές επιδείνωσαν, λένε, την καρποφορία -σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους τα εισοδήματα [σταφύλια, γεώμηλα, ‘ραποσίτια και άλλα εδώδιμα].

Κι εδώ επικρατεί ο φόβος -ούτε αγκαλιές και φιλιά, ούτε καν χειραψίες. Γελάμε βέβαια, αλλά τι να κάνεις; (Τι θέλεις να σου κάνω, θέλεις να πεθάνω;) Καταπράσινη η φύση, τα βουνά και οι πλαγιές που προστατεύουν το χωριό. Ακούς τους κυνηγούς να καμαρώνουν για τα [ψεύτικα τις περισσότερες φορές] κατορθώματά τους.

Αυτό είναι σημαντικό, το να μπορεί δηλαδή κάποιος να αφηγείται (ακόμη!) ό,τι φαντάζεται, ό,τι δεν είναι σε θέση να φέρει εις πέρας. Πραγματικά, σε τέτοιους καιρούς, είναι ικανότητα να αφηγείσαι. Εστω κι αν η αφήγηση είναι ψευδής εξ αρχής. Σημαίνει αυτό ότι δεν έχει χαθεί η καλή διάθεση απέναντι στην κορονοφόρα εποχή. Να φανταστεί κανείς την αμηχανία των ιστορικών και άλλων ερευνητών του μέλλοντος όταν κληθούν να ερμηνεύσουν τις σύνθετες λέξεις με πρώτη έννοια τον κορονοϊό.

Λοιπόν, οι ρίζες. Βαθιές και ανεκτίμητες φαντάζουν. Να εδώ το ρέμα που χώριζε το χωριό σε αντίπαλες ομάδες. Ομηρικές μάχες δίνονταν στο ποδόσφαιρο με τους «πέρα» και τους «δώθε». Πάνε και τα ρέματα, πάνε και οι πέρα και οι δώθε. Υπάρχουν μόνο στις αναμνήσεις μας -τι θα κάναμε, αλήθεια, χωρίς αυτές τις αναμνήσεις; Θα ξαναγυρίζαμε στον πίθηκο μάλλον, άρα οφείλουμε να τις σεβόμαστε και να τις φέρνουμε συχνά στην «επικαιρότητα».

Χωρίς ρίζες, έλεγε η Σιμόν Βέιλ, δεν είμαστε ανθρώπινα όντα, δεν είμαστε κοινωνία, δεν συγκροτούμε Πολιτεία και πολιτισμό -και είχε (έχει) δίκιο.

Φρούτα δεν υπάρχουν αυτή την εποχή -κάτι όψιμα κεράσια δεν αρκούν να χορτάσουν τις επιθυμίες των επισκεπτών [διότι επισκέπτες είμαστε οι περισσότεροι, ας έχουμε εδώ τα πατρικά μας]. Νόστιμο είναι ότι πολλοί δηλώνουμε και πατριώτες. Τρέχα γύρευε τι εννοεί ο καθείς που χρησιμοποιεί αυτή την έννοια.

Εχει γούστο· τα βουνά που κουβαλάμε μέσα μας, όπου κι αν βρισκόμαστε [όχι πάντοτε και όχι άπαντες] τώρα ξεπροβάλλουν με καλοσύνη γύρω μας -τρυφερά, όμορφα, ήπια, μακριά από αγριότητες και σκληρότητες. Είναι μια ευ-λογία όλο τούτο, αλλά πώς να το πεις, πως να το ψάλεις ίσως; Φύση μεγαλοδύναμη. Κάτι σαν εισαγωγή στην προγεννητική ζωή, στην αθωότητα του γίγνεσθαι [της αρχής του].

Τέτοια συμβαίνουν όταν κάνεις καιρό να αντικρίσεις τις πέτρες του πατρικού σου. Ανακατεύονται τα σωθικά και πάει περίπατο η όποια, τάχα, γνώση -η γνώση είναι αλλού, στην άγνοια πιθανώς, στη δυνατότητα να πάψεις να νομίζεις ότι ξέρεις [οτιδήποτε]. Κι έτσι λοιπόν έρχεται κανείς στα ίσα του, ευτυχώς να λέμε που μερικές, έστω, φορές αντιλαμβανόμαστε τι πεφυσιωμένοι ασκοί είμαστε, που έλεγε κι εκείνος ο παλιός Ελληνας της Σικελίας.