Το μυθιστόρημα «Φανή» της Ευγενίας Μπογιάνου ξεκινά με την ομώνυμη ηρωίδα στο νοσοκομείο. Παραζαλισμένη από τον πόνο ανακαλεί σιγά σιγά τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς: ένας άντρας των ΜΑΤ τής είχε φέρει ένα ρόπαλο στο κεφάλι.
Βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο του 2012 και η Αθήνα βράζει από διαδηλώσεις. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας διαδήλωσης η Φανή καταλήγει αναίσθητη στο νοσοκομείο. Οταν το επόμενο πρωί βρίσκει τις αισθήσεις της, ψάχνει το σώμα της για πληγές. «Ομως δεν υπήρχε πληγή» διαπιστώνει και προσθέτει: «Βέβαια, υπάρχουν κι άλλες πληγές, από αυτές που δεν φαίνονται». Αυτές θα ξύσει η ηρωίδα με την πένα της, καθώς είναι αποφασισμένη να γράψει για τη ζωή της.
Ποια είναι όμως η Φανή και γιατί θέλει να γράψει; Ας την ακούσουμε να αυτοσυστήνεται: «Και ιδού. Να με. Ισως κάτι να σου θυμίζει το όνομά μου. Κάποια μνήμη να σου ξυπνά, κάποιο καμπανάκι να βγάζει ήχο σε μια καλά προφυλαγμένη πτυχή του μυαλού σου. Μπορεί πάλι να μη σου λέει τίποτα. Ολα παίζουν. Εχω μάθει από μικρή να μην εκπλήσσομαι από τις εκπλήξεις. Σου λέει δεν σου λέει κάτι το όνομά μου, αυτή είμαι. Η Φανή. Ετών είκοσι. Και αποφάσισα να σου γράψω. Δεν είναι μια παρόρμηση της στιγμής, είναι κάτι που σκεφτόμουν καιρό. Δεν θέλω να μιλάω άλλο χωρίς να απευθύνομαι. Τι είναι τα λόγια χωρίς την απεύθυνση; Οχι πως δεν μπορούν κι έτσι να χαθούν και να πάνε στον διάβολο. Αλλά αυτή είναι η απόδρασή μου. Η απόφασή μου, ήθελα να πω. Σ’ εσένα απευθύνομαι».
Σε ποιον απευθύνει τον λόγο της η Φανή; Στη μεγάλη απούσα. Η ίδια μεγάλωσε με τον πατέρα της. Η μητέρα, μια Σκανδιναβή συγγραφέας, δραπέτευσε από τον μητρικό ρόλο, μόλις γέννησε, στα είκοσί της, στην ηλικία δηλαδή που βρίσκεται τώρα η κόρη της. Ετσι η Φανή γνωρίζει την όψη της μόνο από κάτι βιντεάκια με συνεντεύξεις της που βρίσκει στο YouTube. Η μοναδική σχέση μεταξύ μάνας και κόρης είναι αυτό το κείμενο που γράφει η Φανή, αφηγούμενη κομμάτια από τη ζωή της, φιλοτεχνώντας με κοφτές πινελιές αυτοσχέδια αυτοπορτρέτα, καταγράφοντας το παρόν αλλά και θραύσματα παρελθόντος, με σκοπό να τα απευθύνει σαν σαΐτα, σαν βέλος προς την καρδιά του βωβού παραλήπτη: της μητέρας.
«Θέλεις δεν θέλεις», λέει η Φανή, «είσαι ο παραλήπτης μου», ένας παραλήπτης αόρατος, φασματικός κι όμως υπαρκτός, όπως υπαρκτός είναι και ο αναγνώστης, ο εξωκειμενικός παραλήπτης αυτής της αφηγούμενης ιστορίας. Τι περιέχει όμως η ιστορία της Φανής;
Θα έλεγα ότι είναι ένα μικρό χρονικό αντίστασης σε όλα αυτά που τη ματώνουν: τη βία της καθημερινότητας, την κατακρήμνιση μιας ολόκληρης κοινωνίας προς τη φτώχεια και την ανεργία, την αδιαφορία απέναντι στον πόνο, την αποδοχή της καθεστηκυίας τάξης, τη σιωπή του πατέρα, τον κρυφό ρατσισμό του αγοριού που έχει ερωτευτεί, την εξουσία που ασκεί πάνω της αυτή έλξη, τον εσωτερικό διχασμό που της γεννά.
Καθώς διαβάζει κανείς το μυθιστόρημα, γίνεται εμφανές γιατί η συγγραφέας διάλεξε ετούτο τον τίτλο: η Φανή, η κεντρική ηρωίδα, είναι το δυνατό της «χαρτί». Η Μπογιάνου έχει χτίσει έναν χαρακτήρα που σφύζει από θυμό, τρυφερότητα, θάρρος, επιθυμία και στοχαστικότητα, μια ηρωίδα γεμάτη ζωντάνια και αντιφάσεις. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει μια αφηγηματική πρωτοτυπία: ενώ αφηγήτρια είναι η κεντρική ηρωίδα, η συγγραφέας διαστίζει το κείμενο με σύντομους εμβόλιμους πρωτοπρόσωπους εσωτερικούς μονολόγους, εκφωνούμενους από ανθρώπους με τους οποίους διασταυρώνεται η Φανή, σαν κάποιο κρυμμένο μικρόφωνο να καταγράφει τη σκέψη τους, να αποκαλύπτει όσα δεν τολμούν να ξεστομίσουν.
Κι ενώ υποθέτω πως αρκετούς θα ελκύσει η αποτύπωση της Αθήνας της κρίσης, εγώ βρήκα πιο λεπτοδουλεμένες τις εσωτερικές αποχρώσεις της σχέσης της Φανής τόσο με τον υποστηρικτικό, τρυφερό αλλά διστακτικό πατέρα όσο και με τη μακρινή, αυτάρκη και πετυχημένη μητέρα. Το «σπάσιμο της σιωπής» στη σχέση της και με τους δύο δεν είναι ανώδυνο, είναι όμως απελευθερωτικό.
