Το διήμερο 17 και 18 Ιουλίου πραγματοποιείται η σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενωσης με θέμα τη σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα βλέμματα όλων μας, των κρατών-μελών, των ευρωπαϊκών λαών και των Ευρωπαίων πολιτών, είναι στραμμένα στις Βρυξέλλες.
Η σύνοδος αυτή των ηγετών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν είναι μια συνηθισμένη σύναξη στην ετήσια ατζέντα, αλλά είναι η στιγμή κατά την οποία η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ. Πρόκειται για τη σύνοδο κατά την οποία η Ε.Ε. θα αποφασίσει να ιδρυθεί ως πολιτικό υποκείμενο!
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι το θέμα της διαβούλευσης είναι η σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως συνηθίζεται να ονομάζεται στην πολιτικο-δημοσιογραφική γλώσσα ο δημοσιονομικός θεσμός ο οποίος θα αναλάβει το πολιτικό έργο και την αποστολή (Aufgabe γερμανιστί) να οδηγήσει ολόκληρη την Ευρώπη στην έξοδο από την κρίση της πανδημίας. Επαναλαμβάνω ότι κατά την επικείμενη σύνοδο κορυφής θα συζητηθεί και ενδεχομένως θα αποφασιστεί η ίδρυση του Ταμείου Ανάκαμψης (αυτό στο πλαίσιο της δημοσιονομικής και γραφειοκρατικής διάστασης), αλλά στο πλαίσιο της πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Ενωση θα λάβει την ιστορική απόφαση να ιδρυθεί ως πολιτικό υποκείμενο.
Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα (έχουν διανυθεί ήδη δύο δεκαετίες αυτού του αιώνα) μπορεί να υπάρξει μόνον ως «Ευρώπη», δηλαδή ως η συνείδηση της οικουμένης, της παγκόσμιας πολιτικής κοινωνίας, και δεύτερον, κατά συνέπεια η θεσμοθέτηση ενός ταμείου ευρωπαϊκής πολιτικής αλληλεγγύης δεν είναι γραφειοκρατική υπόθεση. Είναι πρωτίστως πολιτικό ζήτημα.
Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Ενωση (και τα κράτη-μέλη που τη συγκροτούν) θα βρεθεί το διήμερο 17 και 18 Ιουλίου 2020 μπροστά σ’ ένα αδιέξοδο το οποίο η ίδια έχει κατασκευάσει. Καλείται να λάβει μια πολιτική απόφαση για το μείζον ευρωπαϊκό κοινωνικό πρόβλημα της επιβίωσης των λαών και των πολιτών, ενώ η ίδια λειτουργεί ως εντολοδόχος εξωθεσμικών και εξω-πολιτικών κέντρων.
Αρνείται και δεν μπορεί να συγκροτηθεί ως πολιτικό υποκείμενο. Επί μία δεκαετία μετά τη δημοσιονομική κρίση της τελευταίας φάσης, η πνευματική και η πλειοψηφία της πολιτικής ηγεσίας στον ευρωπαϊκό χώρο έθετε το ζήτημα για «περισσότερη Ευρώπη» (Mehr Europa γερμανιστί).
Ο εγκλωβισμός όμως των «Βρυξελλών» στο σύστημα της χρηματοπιστωτικής διαχείρισης του χρήματος δεν άφησε περιθώρια σε όλους εμάς, τους διανοούμενους στην Ευρώπη, να σκεφτούμε διαφορετικά. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η σύγχρονη πνευματική διαμάχη δεν είναι ανάμεσα στους πολιτικούς και τους διανοούμενους, αλλά ανάμεσα στην ελεύθερη σκέψη και το χρηματοπιστωτικό σύστημα διαχείρισης του χρήματος.
Για να επανέλθουμε στην επικείμενη σύνοδο κορυφής, θα πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε ότι οι ηγέτες των κρατών-μελών προσέρχονται σε μία διαβούλευση, σε μία διαπραγμάτευση η οποία δεν θέτει τα πραγματολογικά πλαίσια της ευρωπαϊκής πολιτικής αλληλεγγύης, αλλά αντιθέτως συναλλάσσονται στο πλαίσιο της εργαλειακής λογικής του «ιδίου συμφέροντος».
Είναι λογικό, από εργαλειακής απόψεως, η Ολλανδία να μην έχει τίποτα κοινό με την Ελλάδα, ή η Αυστρία με την Ισπανία, μολονότι όλες αυτές οι χώρες ανήκουν στο ευρωπαϊκό σπίτι. Ανήκουν στη γραφειοκρατία των «Βρυξελλών» και όχι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δηλαδή στην Ευρώπη!
Οπότε, η αδυναμία να ιδρυθεί το Ταμείο Ανάκαμψης δεν οφείλεται σε μια κάποια εσωτερική διαμάχη των κρατών-μελών (βλ. τις χώρες του Βορρά κ.λπ.), αλλά εξαρτάται από τον ριζικό μετασχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης από εταιρικό σχήμα των «Βρυξελλών» σε δημιουργικό πολιτικό υποκείμενο.
Και η διαπίστωσή μου αυτή οδηγεί στο εξής λογικό συμπέρασμα: όταν μία γραφειοκρατική και τεχνοκρατική εταιρεία όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση στην εποχή της πανδημίας δεν μπορεί να λάβει την ιστορική πολιτική απόφαση της πολιτικής αλληλεγγύης για ολόκληρη την Ευρώπη, τότε αυτή η οντότητα έχει πλήρως αποξενωθεί από τα οράματα των ευρωπαϊκών λαών.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
