Οταν το 1989 η Βρετανίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ παραχωρούσε στους ιδιώτες το νερό, υλοποιώντας μια ευρύτερη δέσμη ιδιωτικοποιήσεων βασικών τομέων του κοινωνικού κράτους, δεν φανταζόταν ότι η κίνησή της θα έχει τέτοια επιτυχία για τους ιδιώτες που θα μπουν στη διαχείριση αυτού του πολύτιμου δημόσιου αγαθού.
Νωρίτερα είχε φροντίσει να απαλλάξει τους μελλοντικούς επενδυτές από χρέη τα οποία βάραιναν την παραχώρηση, με αποτέλεσμα να βαρύνει τα δημόσια ταμεία, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ιδιωτικοποίηση.
Τα νούμερα που φέρνει στην επιφάνεια έρευνα των τελευταίων ημερών προκαλούν βέρτιγκο: από το 1991, 57 δισεκατομμύρια λίρες έχουν δοθεί απλόχερα σε μορφή μερισμάτων σε μετόχους ιδιωτικών επιχειρήσεων ύδρευσης στην Αγγλία.
Τα όσα αποκαλύπτει ανάλυση του Πανεπιστημίου Γκρίνουιτς, η οποία δημοσιεύτηκε την προηγούμενη εβδομάδα, όχι μόνο επηρεάζουν αρνητικά τα ήδη πεσμένα ποσοστά των Συντηρητικών αλλά και επαναφέρουν τη συζήτηση σε ένα προνομιακό πεδίο για τους Εργατικούς, δηλαδή την εθνικοποίηση βασικών δημόσιων αγαθών, όπως είναι το νερό. Συζήτηση εξαιρετικά επίκαιρη και για τη χώρα μας, όπου η κυβέρνηση δρομολογεί την ιδιωτικοποίηση του Εξωτερικού Υδροδοτικού Συστήματος της Αττικής σε πείσμα της διεθνούς εμπειρίας.
Oι Financial Times τον Φεβρουάριο του 2018 είχαν χαρακτηρίσει την ιδέα τού Τζ. Κόρμπιν να ακυρώσει όλες τις ιδιωτικοποιήσεις αγαθών και υπηρεσιών «εκκεντρική μουρμούρα ενός παλαιοσοσιαλιστή».
Δύσκολα εξάλλου μπορούσε κάποιος να φανταστεί πως την ίδια ώρα που διεξάγεται πάρτι δισεκατομμυρίων μεταξύ των μετόχων των επιχειρήσεων, οι 9 επιχειρήσεις που λυμαίνονται το νερό έχουν συσσωρεύσει χρέη ύψους 48 δισ. λιρών! Η ίδια έρευνα δείχνει ένα βαθιά άρρωστο μοντέλο διαχείρισης όπου οι επιχειρήσεις, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο ύψος των μερισμάτων που προσφέρουν στους μετόχους τους, προχωρούν σε υπέρογκο τραπεζικό δανεισμό.
Δεν είναι μόνο τα νούμερα που σοκάρουν. Το επιχείρημα των θιασωτών της ελεύθερης αγοράς ήταν πως μια ιδιωτική επιχείρηση μπορεί να δίνει ό,τι μισθούς επιθυμεί στα στελέχη της, αρκεί να έχει υγιή οικονομικά και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Αντίθετα, το βρετανικό κράτος φαίνεται να ζημιώνεται ανεπανόρθωτα, σύμφωνα με την έκθεση του βρετανικού Πανεπιστημίου.
Ενδεικτικό είναι ότι οι μισθοί των διευθυντών στις δύο μεγαλύτερες ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης ανέρχονται περίπου στις 200.000 λίρες τον μήνα, ενώ αντίθετα στη δημόσια σκοτσέζικη Επιχείρηση Υδρευσης ο αντίστοιχος μισθός είναι περίπου 30.000 λίρες.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Δημόσια Επιχείρηση της Σκοτίας έχει επενδύσει 35% περισσότερα χρήματα στον εκσυγχρονισμό του δικτύου, προσφέρει φτηνότερο τιμολόγιο κατά 14% ενώ δεν προβλέπει μερίσματα όπως οι άλλες επιχειρήσεις. Η έκθεση διατυπώνει επίσης ερωτήματα για την ποιότητα των υπηρεσιών που είναι σε θέση να προσφέρουν οι επιχειρήσεις, την οικονομική διαφάνειά τους, την ανύπαρκτη κοινωνική λογοδοσία, την αμφίβολη κοινωνική προσφορά άλλα και τη δημιουργία υπέρογκων χρεών προκειμένου να εξασφαλιστούν οι εξωπραγματικοί μισθοί των στελεχών τους.
Εικόνα από το μέλλον;
Στις ΗΠΑ, έρευνες έχουν δείξει ότι στις πόλεις όπου η διαχείριση της ύδρευσης έχει ιδιωτικοποιηθεί, το κόστος για τους καταναλωτές είναι 59% υψηλότερο όπως και τα λειτουργικά έξοδα, τα οποία αυξάνονται κατά 20-30% εξαιτίας των μερισμάτων που πρέπει να δοθούν στα στελέχη αυτών των επιχειρήσεων.
Σε αντίθεση με τον Ofwat (Οργανισμός ρύθμισης ανταγωνισμού στον τομέα της ύδρευσης), ο οποίος απλώς εγείρει ερωτήματα σχετικά με την κακοδιαχείριση, η Ελεν Ριζ, επικεφαλής της οργάνωσης We Own It (Μας ανήκει), επιμένει πως «έχει έρθει η ώρα να βάλουμε ένα τέλος σε αυτή την κακή φάρσα η οποία απομυζά το Δημόσιο και καταστρέφει το περιβάλλον μας.
Εχει έρθει η ώρα να φέρουμε το νερό υπό δημόσιο έλεγχο». Σε αυτό συμφωνεί και ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Ντίτερ Χελμ, ο οποίος δηκτικά υπενθυμίζει ότι «είναι λογικό οι καπιταλιστές να συμπεριφέρονται ως καπιταλιστές, το ερώτημα είναι τι κάνει το κράτος».
Διεθνές κύμα επανεθνικοποίησης
Κατά τη 15ετία 2000-2015 υπήρξαν διεθνώς 235 περιπτώσεις επανεθνικοποίησης που άνοιξαν τον δρόμο σε όσους θέλουν να τον διαβούν. Το αν το βρετανικό μοντέλο αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή για μελλοντικές κυβερνήσεις που συζητούν όψιμα την ιδιωτικοποίηση του νερού, μένει να φανεί.
Η Γαλλία πάντως, χώρα με μακρά ιστορία στις ιδιωτικοποιήσεις και έδρα δύο εκ των μεγαλύτερων παγκοσμίως επιχειρήσεων νερού, έχει να παρουσιάσει 94 τοπικές επιχειρήσεις νερού οι οποίες επέστρεψαν στο κράτος και πλέον ανθούν υπό δημόσιο έλεγχο. Και αν το 63% των Βρετανών που τάσσονται υπέρ της εθνικοποίησης του νερού φαινόταν υψηλό το 2019, μετά και τις πρόσφατες αποκαλύψεις μάλλον αναμένεται να αυξηθεί, δυσκολεύοντας περαιτέρω την ατζέντα της κυβέρνησης Τζόνσον.
