Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Βραζιλία είναι μία από τις χώρες που έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο πλήγμα από την πανδημία, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας και της αλλοπρόσαλλης πολιτικής του προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο, που αρνείται να λάβει ουσιαστικά μέτρα και πιέζει για κανονική λειτουργία της οικονομίας. Τις συνέπειες της πολιτικής αυτής έχει βιώσει με τον ποιο δραματικό τρόπο μια 76χρονη Βραζιλιάνα.

Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα, η Μαρία Νούνες Σινίμπου από το Μαναούς, τη μεγαλύτερη πόλη της Αμαζονίας, είδε να πεθαίνουν πέντε μέλη της οικογένειάς της –μεταξύ αυτών και τρία παιδιά της.

«Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο στην οικογένειά μου: φανταστείτε, να χάσω τρία παιδιά», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα, μια πιστή Καθολική, κοιτάζοντας με θλίψη το αγαλματίδιο της Παρθένου Μαρίας. «Όταν πέθανε ο πρώτος, ο Θεός και η Παναγία της Καρμές μου έδωσαν τη δύναμη να ζήσω. Αλλά μετά τον δεύτερο θάνατο, σκέφτηκα: όλα τελείωσαν. Πήγα στο δωμάτιό μου και εκεί ο Θεός μου έστειλε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη, για να μην εγκαταλείψω», εξηγεί η συνταξιούχος εκπαιδευτικός.

Η Μαρία απέκτησε 12 παιδιά. Η πολυμελής οικογένειά της έχει βυθιστεί στο πένθος. Τα παιδιά της είναι ηλικίας από 40 έως 60 ετών, έχει περισσότερα από 60 εγγόνια και πλέον δεν θυμάται πόσα δισέγγονα.

Η τραγωδία της οικογένειας ξεκίνησε στις 5 Απριλίου, όταν πέθανε ο γιος της, ο 58χρονος εκπαιδευτικός Ραϊμούντο που ζούσε μαζί της και με άλλα δύο από τα αδέλφια του στο σπίτι τους στο Σάο Φρανσίσκο. Σε αυτή τη συνοικία, στα νότια του Μαναούς, τα περισσότερα σπίτια είναι φτωχικά, χτισμένα από κόκκινα τούβλα και έχουν σκεπές από ελενίτ.

Δύο ημέρες αργότερα πέθανε η κουνιάδα της, η 77χρονη Ετελβίνα και στις 13 Απριλίου η Γιολάντα, η 48χρονη κόρη της Μαρίας. Η Γιολάντα είχε ένα κατάστημα και, αγνοώντας τις συστάσεις των τοπικών αρχών για καραντίνα, αποφάσισε να συνεχίσει να εργάζεται.

«Η κόρη μου δεν πίστευε ότι αυτή η ασθένεια είναι σοβαρή. Συνέχισε να εργάζεται και να κυκλοφορεί, χωρίς να λαμβάνει μέτρα προφύλαξης», είπε η ηλικιωμένη μητέρα.

Αλλά οι απώλειες δεν σταμάτησαν εκεί: στις 24 Απριλίου πέθανε ο κουνιάδος της, ο Λουίς, στα 80 του και κατόπιν, την Πρωτομαγιά, ο 52χρονος γιος της Ρανιέρε Τιάγκο εισήχθη σε νοσοκομείο σε πολύ σοβαρή κατάσταση και πέθανε πολύ γρήγορα.

Η Αμαζονίας είναι από τις πολιτείες της χώρας που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία, με 20.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα και 1.413 θανάτους, με βάση τα επίσημα στοιχεία. Αν και δεν είναι τόσο πυκνοκατοικημένη όσο οι άλλες Πολιτείες (είναι στη 13η θέση με 4 εκατομμύρια κατοίκους), είναι πέμπτη σε αριθμό θανάτων.

Στο μεταξύ, παρά τους θανάτους στην οικογένειά της, η Μαρία Νούνες Σινίμπου δεν υποβλήθηκε σε διαγνωστικό τεστ. Αν και εμφάνισε κάποια ελαφρά συμπτώματα, τα αντιμετώπισε με αντιγριπικά φάρμακα. Πιστεύει ότι είχε κολλήσει και πως έγινε καλά.

Στο σπίτι της, όλοι φορούν μάσκα και σε κάθε δωμάτιο υπάρχει και ένα αντισηπτικό τζελ. «Όλοι πρέπει να προσέχουν περισσότερο, είναι μια σιωπηλή ασθένεια», κατέληξε η ηλικιωμένη.

8.000 κρούσματα σε 24 ώρες

Ο αριθμός των κρουσμάτων μόλυνσης από τον κορονοϊό στη Βραζιλία αυξήθηκε κατά σχεδόν 8.000 στα 241.080 τις τελευταίες 24 ώρες ενώ ανακοινώθηκαν 485 θάνατοι, με το σύνολο να φτάνει τους 16.118. Οι αρχές προσπαθούν ακόμη να εξακριβώσουν τα αίτια άλλων 2.450 θανάτων.

Το υπουργείο Υγείας της Βραζιλίας αναφέρει ότι αναμένει σταθεροποίηση της κατάστασης τον Ιούλιο και την έναρξη της πτωτικής πορείας της επιδημιολογικής καμπύλης τον Αύγουστο. Επίσης, ο πραγματικός αριθμός των μολύνσεων από τον SARS-CoV-2 στη Βραζιλία ενδέχεται να είναι ως και δεκαπενταπλάσιος από αυτόν που ανακοινώνεται επίσημα, καθώς δεν γίνονται γενικευμένες διαγνωστικές εξετάσεις.

Παρά την προέλαση της πανδημίας, ο ακροδεξιός πρόεδρος Ζαΐρ Μπολσονάρο συνεχίζει να καταφέρεται εναντίον των μέτρα περιορισμού που έχουν επιβάλει οι κυβερνήτες πολλών πολιτειών της χώρας.