Το θέατρο έχει ακινητοποιηθεί για επικίνδυνα πολύ καιρό και οι καλλιτέχνες αμήχανοι και αβέβαιοι περιμένουν τις ανακοινώσεις για την άρση των περιοριστικών μέτρων μήπως και σωθούν οι παραγωγές του καλοκαιριού.
Κάποιοι θίασοι προετοιμάζονται, κάνουν ήδη πρόβες μέσω σκάιπ, ενώ το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου έχει επικοινωνήσει με σκηνοθέτες και παραγωγούς ώστε να αρχίσουν τις προετοιμασίες -στον βαθμό που είναι εφικτό μέσα στην καραντίνα- και με δεδομένο ότι οι ημερομηνίες των παραστάσεων θα μετακινηθούν σ’ ένα χρονικό ορίζοντα που θα αξιοποιεί και τους φθινοπωρινούς μήνες.
Ο χώρος του θεάματος – ακροάματος έχει πληγεί και οι άνθρωποί του αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, στα οποία, όπως καταγγέλλει στην ανακοίνωσή της η Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος Ακροάματος (ΠΟΘΑ), δεν δίνει λύση η Κοινή Υπουργική Απόφαση (οι περιορισμοί που βάζει για την ένταξη στην παροχή του επιδόματος των 800 ευρώ).
Ο Γιάννης Μόσχος, ένας ταλαντούχος και ευαίσθητος καλλιτέχνης -πρόσφατη επιτυχία του το συγκινητικό «Χριστουγεννιάτικο παραμύθι» στο Εθνικό Θέατρο-, δεν τρέφει ψευδαισθήσεις. Πιστεύει πως το τοπίο θα είναι εξαιρετικά δύσκολο όταν θα λήξουν τα περιοριστικά μέτρα, όταν θα έχει ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος απομόνωσης και εγκλεισμού, αποκοπής από την εργασία, στέρησης ακόμα της ελευθερίας μας.
Καλεί τη γενιά του, τη γενιά των πενηντάρηδων, να μην ξεχάσουν, να πάρουν την ευθύνη για το μέλλον των νεότερων και μάλιστα έμπρακτα: «Είμαστε πια στην ηλικία που εμείς, εν πολλοίς, ορίζουμε τα πράγματα, σε όποιον εργασιακό χώρο κι αν ανήκουμε. Από εμάς περιμένουν οι νεότεροι να τους υπερασπιστούμε και δεν έχουμε πια δικαιολογίες».
Οπως επισημαίνει, στο κείμενό του, που εμπιστεύτηκε στην «Εφ.Συν.»:
«Ζώντας κι εγώ κλεισμένος στο σπίτι μου −όπως τόσοι πολλοί άλλοι− εδώ και κοντά έναν μήνα, έχω περάσει από όλα τα πιθανά στάδια: άρνηση, αποδοχή, κατάθλιψη, αγωνία, φόβο, αισιοδοξία, απαισιοδοξία. Και χωρίς καμιά σειρά όλα αυτά. Ολα ανάκατα. Και είμαι βέβαιος πως δεν είμαι ο μόνος. Αλλά τις τελευταίες μέρες έχει αρχίσει να υπερισχύει ο θυμός μέσα μου.
Πώς τολμάς και μεμψιμοιρείς; Ντροπή σου. Τόσοι άλλοι άνθρωποι είναι σε πραγματικά δύσκολη θέση −πρόσφυγες σε δομές, άστεγοι, χρόνια άνεργοι, καρκινοπαθείς και τόσες άλλες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες− κι εσύ παραπονιέσαι που περιορίστηκες στο ωραίο σου σπιτάκι; Πάλι τον εαυτούλη σου σκέφτεσαι; Θυμώνω με τον εαυτό μου και με τη γενιά μου, εμάς εκεί κοντά στα 50.
Με πόση ευκολία ασκήσαμε κριτική, στα νιάτα μας, στη γενιά των τότε 50άρηδων, κατηγορώντας την για όλα τα μεταπολιτευτικά δεινά· και τι κάναμε εμείς παρακαλώ; Αποδειχτήκαμε κι εμείς το ίδιο, αν όχι περισσότερο, εγωιστές από την προηγούμενη γενιά, ας το παραδεχτούμε. Προφανώς και δεν αναφέρομαι σε όλους, κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις υπήρξαν, οι περισσότεροι δεν ανήκουμε σε αυτές. Ούτε κι εγώ, βέβαια, ανήκω σε αυτές τις εξαιρέσεις, δεν βγάζω καθόλου τον εαυτό μου απ’ έξω.
»Αν έχουμε μια ευκαιρία να επανορθώσουμε είναι τώρα, την επόμενη μέρα που φαίνεται να πλησιάζει, που η ζωή μας θα αρχίσει να βρίσκει κάπως κανονικούς ρυθμούς. Το τοπίο θα είναι εξαιρετικά δύσκολο, ας μη γελιόμαστε. Και είναι η ώρα η γενιά μου να πάρει την ευθύνη. Είμαστε πια στην ηλικία που εμείς, εν πολλοίς, ορίζουμε τα πράγματα, σε όποιον εργασιακό χώρο κι αν ανήκουμε. Από εμάς περιμένουν οι νεότεροι να τους υπερασπιστούμε και δεν έχουμε πια δικαιολογίες.
Δεν χρειάζεται να κάνουμε και τις φοβερές ηρωικές πράξεις, ούτε τις τρομερές επαναστάσεις (αυτό το τρένο το έχει χάσει η γενιά μου για τα καλά), μπορούμε όμως σίγουρα να μην αποδεχτούμε την εργασιακή εκμετάλλευση των νεότερων στον επαγγελματικό μας χώρο, να βοηθήσουμε έμπρακτα −στον βαθμό που ο καθένας μπορεί− τους ασθενέστερους, να μιλάμε δημόσια για τα κακώς κείμενα και να μην κρυβόμαστε, και τόσα άλλα μικρά πράγματα. Ας κάνουμε τουλάχιστον αυτά τα μικρά. Ισως τότε να μη χαμηλώσουμε τα μάτια όταν τα παιδιά μας, τα ανίψια μας, τα βαφτιστήρια μας, μας ρωτήσουν: “Τι κάνατε για μας στα δύσκολα που ήρθαν στη μετά Covid-19 εποχή;”.
»Με συγχωρείτε για το θυμωμένο κείμενο, αλλά είμαι θυμωμένος με τον εαυτό μου και η αλήθεια είναι ότι ελπίζω να παραμείνω θυμωμένος και την επόμενη μέρα που έρχεται και να μην κρυφτώ πάλι μέσα στο καβούκι μου».
