ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Φιλιππίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο τα κτίρια, επώνυμα ή ανώνυμα. Δεν είναι ούτε μόνο οι δρόμοι κι οι πλατείες, οι σχεδιασμένοι εξωραϊσμοί που συνήθως προβάλλονται στις καρτ-ποστάλ. Οταν ξεσπάει μια επιδημία, σαν κι εκείνες που σάρωναν κατά κύματα τον κόσμο από παλιά, από την πανούκλα ώς τη χολέρα στον 19ο αιώνα, την ώρα της κρίσης, αρχιτεκτονική είναι οι πόλεις στις πραγματικές τους διαστάσεις, με το αληθινό τους περιεχόμενο, χτισμένος χώρος και κοινωνία, ένα. Ανθρωποποιημένες.

Αύγουστος 1848. Η χολέρα θερίζει στην Τουρκία κι έχει ήδη φτάσει στη Σκιάθο. Βιαστικά, παίρνουν μέτρα στην πρωτεύουσα, σε μια βδομάδα δημοσιεύονται και σχολιάζονται τα μέτρα καθαριότητας που πάρθηκαν. Λίγο αργότερα, σε καμιά δεκαριά μέρες, δημοσιεύονται οδηγίες προστασίας προς τον λαό της (τότε) Ελλάδας από το σχετικό «ιατροσυνέδριο». Εχει στο μεταξύ διοριστεί επιτροπή για να φροντίσει την «υγεία της πρωτεύουσας», που πλέον πολιορκείται από τον θανάσιμο κίνδυνο. Αξίζει να δούμε τις τότε αντιδράσεις.

Αρχιτεκτονική και επιδημία

Καθημερινά καθαρίζονται οι δρόμοι, η αστυνομία μεταφέρει τις «ακαθαρσίες» από τους δημόσιους χώρους «εκτός της πόλεως». Ανάλαβε επίσης να καθαρίσει «τα μέρη, όπου υπάρχουσιν ερείπια» ή να τα περικλείσει, καθώς, λόγω έλλειψης «δημόσιων αποπάτων, εισέρχεται πας τις προς ανάγκην του και όλοι οι γειτονεύοντες ρίπτουσι τας ακαθαρσίας των». Η εφημερίδα θυμίζει ότι ο νόμος «περί δημοτικής αστυνομίας» δύο χρόνια πριν, του 1846, αν και προϋπήρχε δεν εφαρμοζόταν.

Τώρα όμως που σφίγγουν τα πράγματα, ζητά εσπευσμένα να γίνει κάτι για «λιμνάζοντα ύδατα» που δημιουργούν «βόρβορον δυσωδέστατον και επικινδυνωδέστατον εις την υγείαν», για τα ζώα που περιφέρονται ελεύθερα στους δρόμους «κύνες ψωραλέοι και χοίροι», για όσους σφάζουν ζώα όπου λάχει, για λαχανικά «άωρα ή σεσηπότα», για βρόμικα μαγειρεία, για νοθευμένα τρόφιμα και ψωμιά που περιέχουν «και πολλήν άμμον». Να φύγουν τα βυρσοδεψεία από την πόλη, να καταβρέχονται οι κεντρικοί δρόμοι της δύο φορές τη μέρα και να εξασφαλιστεί ότι θα τρέχει νερό στις δημόσιες βρύσες.

Πανικός. Κι όμως, ήταν πέντε μόλις χρόνια μετά την 3η Σεπτεμβρίου και την Εθνοσυνέλευση που διατύπωσε το Σύνταγμα της Ελλάδας, κι ένα εξάμηνο από την «επανάσταση» στη Γαλλία που είχε αντίκτυπο σε όλη την Ευρώπη, φτάνοντας σε «πολιτικές ταραχές» και «οικονομικές επιπτώσεις» στην Ελλάδα. Μερικές μάλιστα μέρες πριν, είχε οργανωθεί η ετήσια «πανήγυρις» στην Ακρόπολη από την Αρχαιολογική Εταιρεία, είχαν αποκαλυφθεί μεγάλες καταχρήσεις του δημόσιου ταμείου και συνεχώς έφταναν ειδήσεις από την Κωνσταντινούπολη για τεράστιες πυρκαγιές που αφάνιζαν ολόκληρες γειτονιές.

Παρ’ όλα όσα γράφονταν τότε, δεν θα άλλαζε τίποτα. Ομως η χολέρα θα επέστρεφε, αυτή τη φορά εκδικητικά, τον Οκτώβρη του 1854 και για δύο μήνες. Κλείνει η αγορά, το ένα τρίτο του πληθυσμού φεύγει και γίνονται συνέχεια λιτανείες για να εξορκιστεί το κακό. Η πόλη έτσι αδειάζει, ενώ γεμίζει άθαφτους νεκρούς, εγκαταλειμμένους.

Ο μητροπολίτης βγάζει προκήρυξη για εγκράτεια και σωφροσύνη, ενώ ο πρωτοσύγγελος συγγράφει «προτροπάς προς το αγαθόν». Σε πιο πρακτικό επίπεδο, η αστυνομία διατάσσει να κατεδαφιστούν τα ερείπια, πράγμα ωφέλιμο καθώς «διά του μέσου τούτου και η πόλις καλλωπίζεται, και εργασία ανοίγεται εις τους αέργους πολίτας, οίτινες αργοί μένοντες υποπίπτουσιν εις ατοπήματα». Φυσικά όλα αυτά θα ξεχαστούν σαν κακό όνειρο κι η πόλη θα επιστρέψει αυτάρεσκα στις συνήθειές της, χωρίς να μείνει κανένα ίχνος.

Αν ψάχναμε όμως για υλικές αποδείξεις της παρουσίας επιδημιών στην Ελλάδα, ως σταθερή απειλή ή ως περιοδικό ξέσπασμα, θα χρειαστεί να μεταφερθούμε στους τόπους που πρώτοι υποδέχονταν τέτοια συμβάντα στον 19ο αιώνα, δηλαδή, στα κύρια λιμάνια διακίνησης της εποχής.

Εκεί κατέφταναν επιβάτες ανάμεσα σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή, οι οποίοι έπρεπε να φιλοξενηθούν υποχρεωτικά στα γνωστά λοιμοκαθαρτήρια για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η τυπική τους διάταξη ήταν σειρά δωματίων γύρω από αυλή, μαζί με εγκαταστάσεις προσωπικού. Ηδη από το 1827 ο Καποδίστριας ίδρυσε τέτοιες μονάδες στην Αίγινα, στις Σπέτσες και στο Ναύπλιο. Ακολούθησε ο βασιλιάς Οθωνας το 1832 με εννιά αντίστοιχες εγκαταστάσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, αυτές οι ίδιες εγκαταστάσεις, που αριθμούσαν πλέον τις 17, χρησίμευσαν αργότερα για να παραλάβουν τους πρόσφυγες του 1922, πριν μοιραστούν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Τα λοιμοκαθαρτήρια της Τουρκοκρατίας ήταν άθλιες εγκαταστάσεις σε απόμερες περιοχές, μακριά από οικισμούς ή σε νησίδες. Από μαρτυρίες της εποχής, μαθαίνουμε πως οι επιβάτες σε καραντίνα συζούσαν με αρουραίους και άφθονα ζωύφια και ότι κινδύνευαν από διάφορες ασθένειες.

Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι συνθήκες σταδιακά βελτιώθηκαν. Στον Πειραιά, για παράδειγμα, για λοιμοκαθαρτήριο χρησιμοποιούνταν ένα ψαράδικο σκάφος στο λιμάνι. Ανάλογα άθλια ήταν η κατάσταση στο λοιμοκαθαρτήριο της Σύρου, ώσπου το 1839 θεμελιώθηκε το πιο λαμπρό κτίριο του είδους, του W. von Weiler, αντάξιο της σημασίας του λιμανιού της Ερμούπολης και των μεγάλων δημόσιων κτιρίων της πόλης, που στέκει ακόμα σήμερα. Η πόλη καμάρωνε για την οικονομία της και τα ευαγή της ιδρύματα εξίσου όπως καμάρωνε για το λοιμοκαθαρτήριό της, ορατό αλλά σε ασφαλή απόσταση.

Π. Κυριαζής, επιμ., Πρώτοι Ελληνες τεχνικοί επιστήμονες περιόδου Απελευθέρωσης, ΤΕΕ, 1976.

Ι. Τραυλός – Α. Κόκκου, Ερμούπολη, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1980.

Ι. Ηλιάδη, Τεχνολογία χώρου και πληθυσμιακή διαχείριση, από το λοιμοκαθαρτήριο στο στρατόπεδο κράτησης μεταναστών, διπλωματική εργασία, Μεταπτ. Πρόγραμμα Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, 2015.

E. M. Slatter, Τα λοιμοκαθαρτήρια στην Ελλάδα του 19ου αιώνα: το παράδειγμα της Σύρου (http://www.syrosagenda.gr).

Ελληνικός Τύπος (εφ. «Αθηνά»), 1848 και 1854.