Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, πανεπιστημιακοί, αλλά και ευρύτερα πρόσωπα του βιβλίου κοινοποιούν ημερολόγια του εγκλεισμού, ημερολόγια της πανδημίας. Πραγματικά ή επινοημένα κείμενα που αποτυπώνουν εικόνες και σκέψεις τους· στιγμές ανησυχίας, αποφόρτισης, ελπίδας και αναστοχασμού της οικείας δυστοπίας μας, του παγκόσμιου εφιάλτη που ζούμε όλοι σε ζωντανό χρόνο.
Η στήλη αυτή είναι έκτακτη. Οσο και αναγκαία. Ευελπιστούμε η διάρκειά της να είναι βραχύβια.
Σήμερα φιλοξενούμε τις εγγραφές του Χρήστου Χρυσόπουλου και της Αργυρώς Μαντόγλου.
Σκέψεις στον ρυθμό του θερμόμετρου

Του Χρήστου Χρυσόπουλου
Αθήνα, Κυριακή, 36,4oC
Περπάτησα πρώτη φορά τα δώδεκα χιλιόμετρα από το διαμέρισμά μου στο κέντρο μέχρι το σπίτι στα βόρεια προάστια, εκεί όπου κατοικεί το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο. Διέσχισα με βραδύτητα και εγρήγορση τις διόδους απομάκρυνσης από το άστυ: τις λεωφόρους, τις γέφυρες, τις διαβάσεις, εγγράφοντας στο εσωτερικό μου γυροσκόπιο τη διαδρομή της επιστροφής. Το βράδυ, καθώς ακολουθούσα το αντεστραμμένο άνυσμα, δεν ανησυχούσα για εκείνη. Η πραγματικότητά της δεν περιλαμβάνει τις λεπτές αποχρώσεις των δικών μας συλλογισμών. Μόνη μου έγνοια η ανάσα και η απόσταση. Ηταν η ολιγανθρωπία και η σιγή που έκαναν τις αναπνοές να ακούγονται τόσο καθαρά από μακριά. Από το απέναντι πεζοδρόμιο. Από την αθέατη στροφή του δρόμου. Στο πλησίασμα του διαβάτη που με ακολουθούσε. Κάθε γδάρσιμο της φωνής, κάθε αναστεναγμός, κάθε εκπνοή… Μπαίνοντας στην πόλη, τα βήματα συντονίζονταν στον ρυθμό της ανάσας μου – τον ρυθμό που έχει καταστεί πλέον η πιο βαθιά μας ανησυχία.
Αθήνα, Δευτέρα, 36,5oC
Δεύτερη πορεία για το σπίτι εκείνης. Η ζωή των προαστίων διαθέτει τα δικά της επιχειρήματα. Ο φόβος ανατίμησε το αγαθό που εξαγοράζει η ιδιωτική κατοικία. Περίφραξη – κήπος – οικία. Η αξία της ζωής στα προάστια δεν είναι η ησυχία, η εγγύτητα στη φύση, η αίσθηση της περίσσειας του χώρου, η ανθρωπογεωγραφική ομοιογένεια… Η ουσιαστικότερη αξία -απόρροια εν πολλοίς των παραπάνω- είναι η συστολή της τυχαιότητας. Η αισθητά χαμηλότερη συχνότητα των αναπάντεχων συναντήσεων με κάποιον άγνωστο. Η συγκριτική σπανιότητα ενός απρόσμενου δημόσιου γεγονότος. Η δυνατότητα να επιλέξεις με μεγαλύτερη ευχέρεια τις συναναστροφές σου και να περάσεις με μεγαλύτερη άνεση, περισσότερο χρόνο, εντός της περιφρουρημένης ιδιωτικής επικράτειας. Τα προάστια θυμίζουν τη ζωή στο αρχιπέλαγος. Καθώς επιστρέφω τα βράδια στο κέντρο της πόλης οι σκέψεις αυθόρμητα πληθαίνουν. Η φαντασία, άλλωστε, είναι εξ ορισμού αντισθενής της ασφάλειας.
Αθήνα, Πέμπτη, 36,4oC
Υψώθηκαν πλέον ανάμεσά μας τα σύνορα της προσωπικής βιοπολιτικής. Τα όρια του καθενός μας ταυτίζονται με τα όρια του σώματός του. Η ακτίνα των επιδημιολογικώς επιβεβλημένων δύο μέτρων. Η μάσκα μας. Τα γάντια μας. Η επάλειψη με το απολυμαντικό χεριών. Το μαντίλι που καθαρίζει το κινητό μας τηλέφωνο… Κι έτσι, μέσω του βιοπολιτικού παραδείγματος, προκύπτουν τα ηθικά μέτρα των ημερών μας: η παραβατικότητα εκείνου που επιμένει στην παλαιά εθιμοτυπία, η απερισκεψία του νέου, η αντικοινωνικότητα του συμπτωματικού, η αφέλεια του πιστού, η υπευθυνότητα του σχολαστικού… Η ατομική συμπεριφορά, διαχεόμενη στο κοινωνικό σώμα, παράγει τις εφήμερες συναρτήσεις του τρέχοντος βίου. Ενός βίου που είναι αβέβαιο αν θα επιστρέψει στην προηγούμενη οικεία νόρμα. Ισως η τελευταία επίσκεψη για αρκετό καιρό. Αναμένουμε από μέρα σε μέρα μια πιθανή απαγόρευση κυκλοφορίας. Της έδωσα όλα τα δώρα που είχα αγοράσει με προσμονή στο τελευταίο ταξίδι.
Τελευταίο βιβλίο του Χρ. Χρυσόπουλου είναι το «Αλμα» (Νεφέλη, 2019)
Τηλεβόας

Της Αργυρώς Μαντόγλου
Βρισκόμουν στο πίσω ανήλιαγο μπαλκόνι, την εκατοστή πρώτη, μέρα και πότιζα τα φυτά, όταν άκουσα τον τηλεβόα. «Ολοι έξω τώρα, όλοι έξω στον δρόμο τώρα! Αγκαλιάστε και φιλήστε τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσετε. Τώρα». Ο τηλεβόας περνούσε κάθε λίγο και μας υπενθύμιζε να μην έρθουμε σε επαφή με κανέναν, να αποφεύγουμε τον ήλιο, να απολυμαίνουμε όλα τα πακέτα με το φαγητό και το χάπι που μας άφηναν στην πόρτα, να μην ξεχνάμε τη θερμομέτρηση και με την πρώτη υποψία ανόδου της θερμοκρασίας να παίρνουμε το χάπι. Ο τηλεβόας, τώρα, μας διέταζε να βγούμε και να φιληθούμε. Αυτή η αυταρχική φωνή ήταν η μόνη επαφή μας με τον κόσμο. Ποιον κόσμο; Πόσοι άραγε είχαν απομείνει ζωντανοί;
Να βγω έξω, τώρα! Αφησα το λάστιχο, μπήκα σπίτι, είδα τις χαρακιές στον τοίχο, οι μέρες εγκλεισμού ανά δεκάδες. Δέκα συμμετρικές κάθετες χαρακιές. Σημάδευα τις μέρες όπως οι φυλακισμένοι. Εκεί δίπλα, στον καθρέφτη, χαμογέλασα σε μια άγνωστη που με κοίταζε σαστισμένη. Μια χλομή, αχτένιστη γυναίκα με ένα γυμνό κλαδί στο χέρι, τρέμοντας ανοίγει ένα συρτάρι. Παίρνει ένα ημερολόγιο, το κλειδώνει και φέρνει το ασημένιο κλειδάκι στο στόμα.
Εκανα μεγάλη προσπάθεια να καταπιώ το κλειδί. Θα το έκαιγα αν είχα χρόνο, αλλά δεν είχα.
«Τώρα, όλοι έξω τώρα!»
Μήπως ήθελαν να τελειώνουν μια και καλή με τους εναπομείναντες, μήπως δοκίμαζαν τις αντοχές μας, τόσες μέρες εδώ μέσα, χωρίς τηλέφωνα και ίντερνετ, η μόνη επαφή μου ήταν με τα φυτά στο πίσω μπαλκόνι, κανείς δεν έβγαινε στα μπροστινά μπαλκόνια γιατί, είπαν, ο ήλιος πολλαπλασίαζε τα μικρόβια -για τον ακάλυπτο δεν είχαν δώσει ακόμα οδηγίες.
Ανοιξα δειλά την πόρτα, έριξα επάνω μου ένα παλτό και άλλαξα παντόφλες. «Ολοι έξω, ένας ένας, σιγά σιγά, όλοι στις σκάλες». Κατέβηκα αργά, το σώμα μου δεν υπάκουε, σταμάτησα, καμία πόρτα δεν είχε ανοίξει, κανένας δεν ακολουθούσε ούτε προπορευόταν, κι αν ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη γη, εδώ και μέρες δεν είχα δει κανέναν στον ακάλυπτο, η γριά του πρώτου δεν είχε φανεί και ο νεαρός από τον δεύτερο είχε την πόρτα μισάνοιχτη και ο σκύλος του γάβγιζε νύχτα μέρα.
Φτάνω στην εξώπορτα, κοντοστέκομαι, ακούω και πάλι τη φωνή. «Εξω, έξω κι εσύ, έξω στον δρόμο τώρα!»
Ανοίγω την πόρτα διστακτικά, ο ήλιος δυνατός και ανελέητος με τυφλώνει.
«Τρέξε επάνω στον πρώτο άνθρωπο που θα δεις. Τρέξε!»
Τρέχω, τρέχω με ορμή. Τυφλωμένη από το φως, διανύω την τεράστια απόσταση, διανύω την έρημο μέχρι την απέναντι πλευρά του δρόμου. Φτάνω τον στρατιώτη που στοχεύει την καρδιά μου, πέφτω επάνω του με τα χέρια ανοιχτά, νιώθω στο δέρμα μου τη σκληρή επιφάνεια του αμπέχονου, νιώθω το μέταλλο της κάννης του στον γυμνό λαιμό μου, ακούω τη φωνή του και μυρίζω, επιτέλους, την άνοιξη.
Τελευταίο βιβλίο της Αρ. Μαντόγλου είναι το «Σώμα στη βιτρίνα» (Μεταίχμιο, 2017)
