ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Παπαγιάννη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπό σκιάν

Το Ανοιχτό Βιβλίο, για όγδοη συνεχή χρονιά, θα σας κρατήσει συντροφιά με πρωτότυπες καλοκαιρινές ιστορίες. Φέτος δώδεκα συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας γράφουν, αποκλειστικά για την «Εφ.Συν.», ένα διήγημα που συνδυάζει ήρωες (παιδιά ή εφήβους), πλαίσιο (καλοκαίρι -όπως πάντα) και μια έκτακτη δυσοίωνη συγκυρία (Covid-19) συναρθρωμένα όλα σε μια ενιαία αφήγηση.

Δώδεκα πρόσωπα της γραφής μιας ευρείας ηλικιακής κλίμακας, ετερογενών θεματικών κάδρων και αφηγηματικών τρόπων, δώδεκα βραβευμένοι, σημαντικοί συγγραφείς που γνωρίζουν, εκ των έσω, συνήθειες, κώδικες και γλώσσα νεαρών αφηγητών και αναγνωστών μάς αποκαλύπτουν εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα που προκαλεί σε μια άγουρη ψυχή (κι όχι μόνο) αυτό το αλλόκοτο, ανήσυχο καλοκαίρι της πανδημίας.

Τα παγώνια της θάλασσας

Είχανε φτιάξει τις βαλίτσες τους από μέρες. Κάθε απόγευμα κάθονταν οικογενειακώς μπροστά στην τηλεόραση για να ακούσουν τις ειδήσεις. Και παλιά, όταν ετοιμαζόντουσαν για το ταξίδι στο χωριό του παππού και της γιαγιάς στην Κρήτη, έβλεπαν ειδήσεις. Μποφόρ, άνεμοι, απαγορευτικό ήταν οι δύσκολες λέξεις που μπορούσαν να κάνουν το πρόγραμμα άνω κάτω. Τώρα έπαιζαν άλλες πολύ πιο άγνωστες και πολύπλοκες. Κρούσματα, Covid-19, πανδημία, επιβεβαιωμένα, κορονοϊός, νεκροί. Δύσκολες λέξεις.

Για λίγο έμεναν όλοι άφωνοι κι ύστερα άρχιζαν τα ερωτήματα. Στην Ιταλία; Στην Ισπανία;

«Είπανε τίποτα για τη Λάρισα;» ρώτησε η μαμά και εκεί ξαφνικά έγινε έκρηξη: «Δεν θέλω να ξανακούσω για την πόλη σου. Μας καταστρέψατε. Με τα κρούσματα στον καταυλισμό των Ρομά θα δεις που θα κάνουμε μήνες να μυρίσουμε ρακί».

Η μαμά πετάχτηκε θυμωμένη φωνάζοντας ότι βαρέθηκε τον ανταγωνισμό και τον τοπικισμό του. «Από πότε γίναμε ρατσιστές σ’ αυτό το σπίτι;» πέταξε η Νάντια και κλείστηκε θυμωμένη στο δωμάτιό της. Μέρες τώρα μιλούσε ώρες με τις φίλες της στο τηλέφωνο για τα χαμένα τους όνειρα. Πρώτη φορά είχαν πάρει την πολυπόθητη άδεια να πάνε μόνες τους μετά τις εξετάσεις σε συναυλία και τώρα καταστροφή.

Ο παππούς σε μια κρίση μεγαλομανίας φώναξε πως αν αρρωστήσει η γιαγιά με τον διαβολοϊό, να την πάνε στην Αμερική γιατί λεφτά έχουνε. «Πρώτα πρώτα η Αμερική πάει. Δεν προλαβαίνουν τους δικούς τους. Κι ύστερα εμείς ποια λεφτά έχουμε;» τον ρώτησε ο μπαμπάς. «Να φάνε και οι κότες» απάντησε ο παππούς.

Κι ο μπαμπάς, που ποτέ δεν του έφερνε αντίρρηση από τότε που ζούσε στον κόσμο του Αλτσχάιμερ, τώρα τον στραβοκοίταξε. Ο παππούς πήρε ύφος περισπούδαστο και του είπε πως ανέκαθεν θεωρούσε τους γιους του χαραμοφάηδες, γι’ αυτό για να εξασφαλίσει την τύχη της οικογένειας και κυρίως της γιαγιάς σκεφτόταν να ανοίξει ένα εργοστάσιο που θα φτιάχνει μάσκες.

Ο μπαμπάς σηκώθηκε ακόμα πιο θυμωμένος και μασώντας τα λόγια που δεν ήθελε να ακούσουν τους ανακοίνωσε ότι θα πάει μια βόλτα. «Ποια βόλτα;» του φώναξε η γιαγιά. «Θα βάλεις την οικογένεια σε κίνδυνο;» Τότε ο παππούς σηκώθηκε και την αγκάλιασε «Καλλιόπη;», της είπε, «γύρισες από την Αμερική; Ολα καλά;» Η γιαγιά έβαλε τα κλάματα, ο παππούς τη γέμισε φιλιά. Η Νάντια βάρεσε δυνατά την πόρτα της και ο μπαμπάς τη δικιά του. Ο Μάρκος έψαξε τη μαμά του και τη βρήκε καθισμένη στο πάτωμα μπροστά σε βουνά από ρούχα. Ξάπλωσε δίπλα στις ξεκοιλιασμένες αποσκευές.

Ο Μάρκος προχωρούσε λέει ξυπόλητος για να φτάσει στη θάλασσα. Το χώμα έκαιγε, τσουρούφλισε τις πατούσες του, αλλά ήθελε τόσο να φτάσει στο νερό. Κρατούσε στο χέρι του τα βατραχοπέδιλα, το καλάμι ψαρέματος κι έτρεχε στην άμμο. Κι όταν έφτασε, κάθισε και κοίταξε τον βυθό. Τα ψάρια, τα καβούρια, οι αχινοί. Ολα εκεί. Οπως τα άφησε το προηγούμενο καλοκαίρι. Πριν απ’ όλα.

Πριν από τις δύσκολες λέξεις. Πριν από το εργοστάσιο με τις μάσκες, πριν από την Αμερική. Οταν ο παππούς του ονειρευόταν αετούς κι η γιαγιά ζύμωνε εφτάζυμο. Ετρεξε στην άλλη άκρη κι άρχισε να σκαρφαλώνει στα βράχια. Ηθελε να φτάσει στο Γουδετσιανό. Να σιγουρευτεί ότι ήταν ακόμα εκεί. Η μυστική σπηλιά. Εκεί που ζούσε η φώκια. Στον παράδεισο της Γοργόνας. Ετσι τη φώναζαν όλοι. Μόνο ο Χαραλάμπης, ο ψαράς την έλεγε Σειρήνα.

Αυτός την είδε πρώτος κι από τότε πού τον έψαχνες, πού τον έβρισκες όλο απέξω από τη σπηλιά. «Τον μάγεψε» έλεγαν στο χωριό. «Τα θαύματα να τα ταΐζουμε για να ‘χουμε» έλεγε εκείνος. Ο Μάρκος είδε από μακριά τον Χαραλάμπη να ξύνει με τα νύχια του το αλάτι από τις γούβες. «Μωρέ τι έπαθαν όλοι; Μπήκε ο Εωσφόρος εντός μας και μας κακοπάτησε και δεν ακούμε πλια τα κύματα και δεν ακούμε τον λυγμό της θάλασσας; Πώς γίναμε έτσι; Σηκώσαμε μπαϊράκι έναντι της φύσης;» Πάντα κουβέντιαζε μόνος του ο Χαραλάμπης. Πότε με τα σύννεφα, πότε με τα κύματα. Γύρισε και κοίταξε προς τον Μάρκο.

Τρόμαξε εκείνος ότι θα σηκωθεί ο ψαρός να τον αγκαλιάσει και θυμήθηκε τα επιβεβαιωμένα κρούσματα και τις οδηγίες και τα πρέπει και τα μη, αλλά ο Χαραλάμπης σαν να άκουσε τους φόβους του δεν κουνήθηκε, μόνο είπε: «Επαέ δεν έχουμε κορονοϊό. Κι έτσι έμεινε η κακία των ανθρώπων ατιμώρητη. Που να πέσει η κατάρα του Ποσειδώνα επάνω τους. Να μπλέκονται στα δίχτυα τους.

Να θέλουν να φάνε και να μην μπορούν να σιμώσουν το φαΐ. Να θέλουν να πιουν και να είναι βούρκος το νερό τους. Να θέλουν να προσευχηθούν και να μην έχουν τόπο. Πώς; Βουλιάξανε κι ετούτο τον αιώνα*». Πλησίασε ο Μάρκος και τότε ο Χαραλάμπης τού έδειξε κλαίγοντας πέρα. Την είδε. Ακίνητη ανάμνηση. Η φώκια τους. Αψυχη. Ακρόπρωρο στην κορυφή του βράχου. Αρμένιζε κιόλας για το απέναντι. Στην άκρη της σπηλιάς. Στην άκρη του παράδεισου.

Ο Μάρκος αγκάλιασε τον Χαραλάμπη. Φύτεψε λέπια στον ώμο του. «Τι τους έφταιξε η Σειρήνα μου και τη σκοτώσανε;» έλεγε μόνο. Λίγο πριν ξημερώσει άκουσε ο Μάρκος το νερό να του φωνάζει και πήδηξε από ψηλά.

Κι έτσι ξύπνησε. Δίπλα η μάνα του έφτιαχνε πάλι τις βαλίτσες. «Σε δύο μέρες λέει θα φύγουν τα καράβια για την Κρήτη. Πήγε ο πατέρας σου να πάρει τα εισιτήρια».

Σηκώθηκε ο Μάρκος. Ενιωσε μια λαχτάρα. Να γίνουν όλα όπως παλιά. Να διορθωθούν όλα. Να πάνε εκεί και να βρούνε πάλι τη γοργόνα ολοζώντανη στη σπηλιά της. Και τον παράδεισο στη θέση του.

*«Βουλιάξανε κι ετούτο τον αιώνα»: στίχος του Μάνου Ελευθερίου από το τραγούδι «Τα παγώνια της θάλασσας» μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο.


Τελευταίο βιβλίο της Μ. Παπαγιάννη είναι το «Είχε απ’ όλα και είχε πολλά» (Πατάκης, 2017).