«Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ παραμένει πλήρως δεσμευμένο στο να πράξει ό,τι είναι αναγκαίο στο πλαίσιο της εντολής του να διασφαλίζει ότι ο πληθωρισμός παραμένει σε επίπεδα εντός του μεσοπρόθεσμου στόχου (σ.σ. κοντά στο 2%) και ότι η δράση νομισματικής πολιτικής που αναλαμβάνεται για την επίτευξη του στόχου της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών μεταδίδεται σε όλους τους συντελεστές της οικονομίας και σε όλη τη ζώνη του ευρώ. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποφάσισε τον Δεκέμβριο του 2018 ότι η ΕΚΤ ενεργεί σύμφωνα με την εντολή της για τη σταθερότητα των τιμών».
Με αυτή τη λιτή ανακοίνωση το Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που συνεδρίασε εκτάκτως χθες μετά την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας στην Καρλσρούη να χαρακτηρίσει εν μέρει αντισυνταγματική την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, η Φρανκφούρτη διεμήνυσε ουσιαστικά ότι την αφήνει αδιάφορη η απόφαση του ανώτατου γερμανικού δικαστηρίου.
Δεν ξέρουμε ακόμα σε ποιο βαθμό αυτό απηχεί το σύνολο των κεντρικών τραπεζιτών, συμπεριλαμβανομένου του Γερμανού, είναι ωστόσο βέβαιο ότι στη φάση αυτή, με τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας απροσδιόριστες και τα έκτακτα μέτρα της ΕΚΤ ύψους άνω του 1 τρισ. σε πλήρη εξέλιξη, ουδείς, ούτε καν η γερμανική ελίτ, έχει διάθεση μιας μετωπικής αντιπαράθεσης με την ηγεσία της ΕΚΤ.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Κομισιόν. «Θα εξετάσουμε την απόφαση της γερμανικής δικαιοσύνης, αλλά επαναδιατυπώνουμε την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου και το γεγονός ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι δεσμευτικές απέναντι σε όλες τις εθνικές δικαστικές αρχές» δήλωσε ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ερίκ Μαμέρ.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η γερμανική κυβέρνηση, αν και όλα τα προηγούμενα χρόνια υποδαύλιζε τις «επιθέσεις» κατά της νομισματικής πολιτικής με προεξάρχοντα τον Σόιμπλε, δεν φαίνεται αυτή τη φορά να συμμερίζεται τον «ζήλο» του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά της ΕΚΤ. Προφανώς γιατί και η ίδια η γερμανική οικονομία έχει τώρα ανάγκη την έκτακτη, άφθονη και φτηνή ρευστότητα που προσφέρει η ΕΚΤ κατά της πανδημίας. Ετσι αφενός ο υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς δήλωσε ότι η Bundesbank θα συνεχίσει τις αγορές ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά, αφετέρου η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ φέρεται να δήλωσε σε στελέχη του κόμματός της ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο υπερέβη τις εξουσίες του.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας έκρινε ότι το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, που ξεκίνησε η ΕΚΤ το 2015, παραβιάζει «εν μέρει» το Σύνταγμα, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι το πρόγραμμα δεν συνιστά απευθείας χρηματοδότηση των κρατών, ούτε αφορά τα μέτρα χρηματοοικονομικής βοήθειας που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Ενωση ή η ΕΚΤ στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης του κορονοϊού.
Υποστηρίζει όμως ότι μετά μια μεταβατική περίοδο, που δεν θα ξεπερνά τους τρεις μήνες, η Bundesbank δεν θα μπορεί πλέον να συμμετέχει στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων PSPP, εκτός κι αν η ΕΚΤ αποδείξει την αναγκαιότητά του. Επίσης η Bundesbank πρέπει να διασφαλίσει πως τα ομόλογα που έχει ήδη αγοράσει και διακρατά στο χαρτοφυλάκιό της θα πωληθούν με βάση μια -πιθανότατα μακροπρόθεσμη- στρατηγική, η οποία θα συντονίζεται με το ευρω-σύστημα.
