ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ μεγαλουργήσει σε πλείστους τομείς, θα θυμόμασταν τον Μανώλη Γλέζο ως εξαιρετικό ποιητή. Εύγλωττο το απάνθισμα στίχων του που ακολουθεί:

ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΟΡΕΣ (στον Ζώη Κουτσαύτη) Ολες τις φορές/ που μ’ άγγιξεν ο θάνατος/ έτρεχα ν’ απαλείψω τα σημάδια/ στη θάλασσά σου, Κυκλάδα μου,/ να σβήσω την πύρα της φλεγόμενης ψυχής/ στα γαλήνια νερά σου./ Σταγόνα-σταγόνα να ρουφήξω/ όλους τους μύθους και τις ιστορίες σου/ για τις σπηλιές και τα χοχλίδια,/ τα δρομιστικά νερά και τις ανεβάλλουσες,/ για τ’ αηδόνια και τα γλαροπούλια,/ τα σγαρδέλια και τους σκανιάδες,/ για τις ανεμώνες και τα κρίνα του γιαλού.// Σύγκορμα να νιώσω σ’ όλα τα κύτταρα του είναι/ την ανάσα των εγκόλπιων κραδασμών σου.// Να τρεμουλιάσει το κορμί μαζί με την ελιά/ καθώς βογκά από τον πόνο να συνάξει το λάδι,/ μαζί με το κλήμα που σπαρταρά στο κλάμα/ καθώς φεύγουν οι σταγόνες του ήλιου/ από τις ρώγες του σταφυλιού/ τις νύχτες που κλαίει ο γκιώνης.// Να αισθανθώ ξανά την αγκούσα του ζευγά/ και του ψαρά τ’ αγκομαχητό,/ της πέτρας το ρίγος./ Να νιώσω πως ζω.

ΝΑ ΔΙΑΒΕΙ Ο ΝΗΛΙΟΣ (στον Παύλο Φύσσα) Αμοργός, της ύπαρξής μου ο διακαμός/ τρέχει στις κορυφογραμμές σου,/ να προλάβει να δει στα σύναυγα/ πώς ο Νεφεληγερέτης στήνει τον ερυθρό τάπητα/ απλώνει το κόκκινο χαλί/ να διαβεί ο νήλιος/ να σφουγγίξει τα δάκρυα του πόνου/ για την κλεμμένη ζωή των ανθρώπων/ καθώς στάζουν από τη θλίψη/ της ανέχειας, της δίψας και της πείνας,/ της εγκατάλειψης και της μοναξιάς.

ΩΣ ΤΗΝ ΕΥΔΙΑ (στον Δημήτρη Τατάκη) Την ώρα π’ ασπρίζουν τα κύματα τη θάλασσα/ κι οι ναυτικοί ψάχνουν νά ’βρουν το πάνορμο λιμάνι/ τότες λύνω τις πρυμάτσες/ κι ανοίγομαι στο πέλαος./ Στ’ ακρόπλωρο κατάρτι/ ο θαλασσομάχος/ ανοίγει δρόμο/ μέσα στη μάνητα και στην αντάρα/ της άγνοιας και του μίσους./ Ως την ευδία του θανάτου/ θ’ αγωνίζομαι να ματίσω/ τα σπασμένα κουπιά της απελπισίας/ τρελός λαμνοκόπος της μέρας/ κωπηλάτης του χρόνου/ ερέτης του αιώνα/ λάμνω να μη σκεπάσει η λήθη με λάσπη/ τις μνήμες του χρέους/ απέναντι στον άνθρωπο/ που στις εννιά του Γενάρη/ στα χίλια εννιακόσια πενήντα/ έχτισε στο Μακρονήσι/ οικοδόμησε/ της ανθρώπινης πίστης/ το ιερό τέμενος.

ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ Ως αποσύρονται/ αργά σιωπηλά/ οι μορφές της παιδικής ηλικίας/ όλες εκείνες οι μητρικές ειδές,/ τα πρόσωπα της οικογένειας,/ της συγγένειας, της φιλίας/ της γειτονιάς και της δουλειάς,/ νιώθω και πιο δυνατά/ να κουρταλεί τη θύρα της ζήσης μου/ ο θάνατος./ Δεκαετίες όλες τον αυλίζω/ και τον διώχνω όξω από ’δώ./ Χρόνια πολλά τον αφήνω να παραδέρνει/ μακριά κι απ’ τον αυλόγυρο των αισθήσεων/ κι από τα τείχη του είναι μου./ Ηρθεν όμως η ώρα/ ν’ ανοίξω τη θύρα/ και να χτυπηθούμε/ στ’ αλώνι της Ψάρης Πλάκας./ Πριν κιτρινίσουν τα φύλλα της συκιάς/ και πριν κοπάσει ο συγκλαμός/ θα ’χουν ανθίσει οι θαλασσινές ασκέλλες,/ θανάτω θάνατον πατήσασαι,/ να τον περιγελάσουν.