ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΗΡΘΗΣΑΝ/ πλήθη ξεμύτισαν/ στη λεωφόρο/ πίσω απ’ τη μάσκα τους/ βγάζουν τη γλώσσα τους/ στον Εωσφόρο.// Κανείς δεν ντρέπεται/ γιατί δεν φαίνεται/ έτσι κρυμμένη/ τόση αναίδεια/ κι αμετροέπεια/ μασκαρεμένη.// Ο ιός μάς ρήμαξε,/ αλλά μας δίδαξε/ να ’χουμε πρώτη/ προτεραιότητα/ διακριτικότητα,/ τακτ και σεμνότη.// Οι φίλοι σμίξανε/ κι οι δρόμοι πήξανε/ –άλλο το στάτους–/ συναπαντήματα/ χωρίς μηνύματα/ στα κινητά τους.//
ΚΑΘΟΤΙ ΣΚΙΑΖΟΝΤΑΙ/ δεν αγκαλιάζονται/ –παγοκολόνες–/ φιλιά δεν δίνουνε/ τα χέρια τείνουνε/ με τους αγκώνες.// Ενθουσιάζονται/ μα δεν πλησιάζονται,/ υψώνουν τείχη/ και την απόσταση/ –παλιοκατάσταση–/ μετρούν με πήχη.// Τα ήθη άλλαξαν/ και μας μετάλλαξαν/ –είναι να φρίξεις–/ με τους ξεγάνωτους/ τα κάνουν πάνω τους/ μην πάει και βήξεις.// Το πρώτο φτέρνισμα/ αλλάζει χτένισμα/ στον κάθε τρίχα/ που σμπαραλιάζεται/ αν συνδυάζεται/ μ’ έντονο βήχα.//
ΔΙΑΡΚΩΣ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ/ με τα ματζούνια του/ απολυμαίνει/ κι από το πλύσιμο,/ τ’ άοκνο τρίψιμο/ το δέρμα βγαίνει.// Κουζινοντούλαπα/ άδικη λαίλαπα/ τα ’χει ξεφτίσει/ σάμπως ξεβάψανε/ και χρώμα αλλάξανε/ από την πλύση.// Οι επιφάνειες/ σαν διαφάνειες/ έχουνε γίνει/ και στα πατώματα/ ρίχνει ασταμάτητα/ τόνους χλωρίνη.// Βρομάει το σπίτι του,/ σπάει τη μύτη του/ η φαρμακίλα/ δεν φανταζότανε/ πως θ’ ανεχότανε/ τέτοια ξεφτίλα.//
ΤΩΡΑ ΣΤΟ ΤΡΟΛΕΪ/ με επιπόλαιη/ σπιρτάδα τάχα/ κάνει τον άνετο/ τον ευδιάθετο/ μοιάζει με χάχα.// Κι αν απροκάλυπτος/ εισέλθει ακάλυπτος/ συνεπιβάτης/ θαρρείς αυτόματα/ ριγούν τα γόνατα/ φρίττει σαν γάτης.// Με τ’ ακροδάχτυλο/ και ύφος άδηλο/ πατάει «στάση»/ και βγαίνει τρέχοντας/ ο δόλιος έχοντας/ τας φρένας χάσει.// Βαρύς κι απότομος/ ο ποδαρόδρομος/ ώς το γραφείο/ η περιδίνηση/ σε τόση κίνηση/ του ’ρθε λαχείο.
ΤΥΠΟΣ ΑΝΑΔΕΛΦΟΣ/ καλός συνάδελφος/ μα αν τον ρωτήσεις/ του φέρνουν τρέμουλα/ τα «γεια» τα ύπουλα/ κι οι διαχύσεις.// Σκύβει στο έργο του/ με παγωτού/ θερμοκρασία/ βλέμμα καχύποπτο/ κουβέντα σ’ άνθρωπο/ και σημασία.// Δεν κρύβει η μάσκα του/ τη σκάρτη βίδα του/ που ’χει λασκάρει/ κι αν του μιλήσουνε/ ή τον αγγίξουνε/ τρέμει σαν ψάρι.// Πώς συνηθίσαμε/ και αγαπήσαμε/ την καραντίνα·/ τον νου μάς όργωσε/ μας μεταμόρφωσε/ μες σ’ ένα μήνα.
