ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πανδημια κινητοποιεί πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους και πανεπιστημιακούς μέσα από πραγματικά ή επινοημένα ημερολόγια. Εκτάκτως, αυτή η σελίδα, για κάποιο διάστημα, θα φιλοξενεί μικροαφηγήσεις προσώπων της γραφής που αποτυπώνουν στιγμές, σκέψεις και εικόνες από την οικεία δυστοπία μας.

Ευελπιστούμε η διάρκεια αυτή της στήλης να είναι βραχύβια. Και πολύ σύντομα να επανέλθουμε στην κανονική διάταξη του «Ανοιχτού Βιβλίου».

Σήμερα φιλοξενούμε τις εγγραφές του πανεπιστημιακού Δημήτρη Τζιόβα και του συγγραφέα Άκη Παπαντώνη.

Από τον εαυτό στον κόσμο

Του Δημήτρη Tζιόβα*

Οσοι δεν έχουν ασκηθεί στη μοναχικότητα και την περισυλλογή, ο περιορισμός κατ’ οίκον ενδεχομένως να τους βοηθήσει να κατανοήσουν το δράμα όσων καθηλωμένοι και άρρωστοι για χρόνια αδυνατούν να βγουν έξω. Συνειδητοποιούν το τι σημαίνει να παλεύουν με τον έγκλειστο εαυτό τους και να νοσταλγούν τον έξω κόσμο. Η αόρατη απειλή του ιού και ο εγκλεισμός ίσως να γεννούν στους ασυνήθιστους βασανιστικούς φόβους και σκέψεις ή να τους κάνουν να μην ανέχονται τους άλλους, μας βάζουν όμως όλους σε νέους ρυθμούς, καθώς η ταχύτητα της καθημερινότητας ανακόπτεται και κερδίζει έδαφος η ταχύτητα του ψηφιακού κόσμου. Σπίτια έχουν μετατραπεί σε στούντιο και το skype έχει γίνει το αναγκαίο μέσο επικοινωνίας. Δεν ξέρουμε αν επικρατούν η απόσταση ή η εγγύτητα, η εσωστρέφεια του αναστοχασμού ή η δίψα της επικοινωνίας, το μέσα ή το έξω.

Πολλοί βιβλιόφιλοι ανατρέχουν στις μυθοπλασίες του εγκλεισμού και της πανδημίας και με την ευκαιρία θα ήθελα να θυμίσω ένα σύντομο διήγημα με τίτλο «Εγκλεισμός» του Χριστόφορου Μηλιώνη από τα Διηγήματα της Δοκιμασίας, που γράφτηκε στα χρόνια της δικτατορίας και αποδίδει με την τεχνική του nouveau roman την ασφυκτική ατμόσφαιρα ενός διαμερίσματος και κατ’ επέκταση της εποχής.

Ο κορονοϊός χτύπησε τον πυρήνα της Δύσης και έδειξε πόσο ευάλωτη είναι. Ολοι είμαστε ισότιμοι απέναντί του. Δεν πλήττει μόνο φτωχούς και αδύναμους αλλά και πρίγκιπες και πρωθυπουργούς, νέους και ηλικιωμένους, θέτοντας ηθικά διλήμματα για την προτεραιότητα στη θεραπεία ή στον θάνατο. Κλείνουν τα σύνορα και οι πολίτες οχυρώνονται στην υποτιθέμενη ασφάλειά, τους αλλά η παγκοσμιότητα της διάδοσης του ιού τα αγνοεί και τα υπερβαίνει. Οι κυβερνήσεις κρίνονται από το αν προκρίνουν την οικονομία ή τη δημόσια υγεία και οι κοινωνίες από τις εκδηλώσεις ρατσισμού προς όσους μολύνθηκαν ή διέδωσαν τον ιό.

Τι θα γίνει όταν χαλαρώσουν τα μέτρα; Θα κοιτάζουμε τον άλλο με φόβο; Θα χαθεί η οικειότητα και ο εναγκαλισμός; Θα πληγεί η ανθρώπινη επαφή και θα κάνουμε τα ψώνια μας με drone; Θα συνεχιστεί αυτό το blitz spirit, που λένε οι Αγγλοι, και τα κύματα εθελοντισμού; Το σίγουρο είναι ότι αυτή η κρίση θα αλλάξει τον κόσμο. Ποιος θα τολμήσει στο μέλλον να αμφισβητήσει την κλιματική αλλαγή και τις συνέπειές της; Το e-κράτος, η τηλεκπαίδευση και γενικά ο ψηφιακός δημόσιος χώρος θα ενισχυθούν. Αλλά και στην καθημερινότητα θα αλλάξουν πολλά. Για παράδειγμα, τα τεράστια open plan γραφεία, όπου οι υπάλληλοι συνωστίζονται πίσω από στενά παραβάν, θα διατηρηθούν; Πόσο επίκαιρος εντέλει ηχεί ο στίχος του Βιζυηνού; «Μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου».

*O Δ. Tζιόβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας. Τελευταία του βιβλία: Η Πολιτισμική Ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας (ΠΕΚ 2017) και Greece in Crisis: Culture and the Politics of Austerity (I.B. Tauris 2017).

Στη Waldplatz

Του Ακη Παπαντώνη*

Παρασκευή, 06.05

Στο ICE από Γενεύη για Αννόβερο, θέση παράθυρο, η νέκρα των δρόμων της πόλης απλώνεται ανάμεσα στις άδειες σειρές των καθισμάτων, η φωνή του μηχανοδηγού, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά: Πότε φτάσαμε εδώ; Ζυγίζω το κινητό στο χέρι, μα δεν το ξεκλειδώνω.

Στον πρώτο σταθμό μετά τα σύνορα επιβιβάζεται ένας ηλικιωμένος, σακάκι και παπιγιόν, κάθεται απέναντί μου: κάτι στο βλέμμα του δεν με αφήνει να του ζητήσω να απομακρυνθεί, κρατάει ένα μαντίλι ανάμεσα στους δείκτες και τους αντίχειρές του, χέρια που τρέμουν, βαριά προφορά. «Με 300 χλμ./ώρα πάμε» λέει και συγκατανεύω. «Πηγαίνετε Αννόβερο;» ρωτάει. Συγκατανεύω πάλι. Χαμηλώνει το βλέμμα, ψιθυρίζει: «Την αγαπούσα πολύ». Ξαφνιάζομαι. «Μου έγραφε ποιήματα από το νοσοκομείο» λέει κι εγώ με τα κουτσά γερμανικά μου: «Θυμάστε κάποιον στίχο της;». «Ολους, λέξη προς λέξη», τα χέρια του στύβουν με δύναμη το μαντίλι, σηκώνεται και κάθεται πιο πέρα. Ξεκλειδώνω το κινητό και γράφω: «Είσαι καλά; Τα παιδιά; Είμαι στο τρένο, με έβαλαν εκτάκτως στα επείγοντα το πρωί. Πάρε με».

Παρασκευή, 11.53

Κατεβαίνω στο Hauptbahnhof, φοράω γάντια, τυλίγω στόμα και μύτη στο μάλλινο κασκόλ ποτισμένο από το άρωμα της Αννε, σημαδεύω με το βλέμμα την έξοδο. Από εκεί ακόμα τριάντα πέντε λεπτά βιαστικό περπάτημα ώς τη Waldplatz, το κινητό δεν λέει να χτυπήσει. Ξεκλειδώνω την πόρτα, μήνυμα από τη Λίλη: «Εφτασες;» Κάνω πως δεν το βλέπω, πέφτω με τα ρούχα στο κρεβάτι: πριν αποκοιμηθώ, σκέφτομαι πως δεν απολύμανα τα χέρια μου.

Παρασκευή, 14.30

Ξυπνάω, η τηλεόραση ουρλιάζει: κλείνουν σχολεία, καταστήματα, κλείνουν τα σύνορα. Το κινητό χτυπάει, το κλείνω. Το βρίσκω αστείο, γελάω, ξεκαρδίζομαι. Η οθόνη γεμίζει αναπάντητες κι απανωτά μηνύματα: «Πού είσαι; Ανησυχώ». Κλήση, Αννε. «Γιατί με αγνοείς; Δεν αντέχω να μην ξέρω αν είσαι καλά». Δύο κλήσεις, Αννε. Εξω γίνεται πόλεμος, τρέμω. Κι άλλη κλήση. Από τη Μάρω τίποτα. Της τηλεφωνώ, η φωτογραφία της (από εκείνο το καλοκαίρι στην Αμοργό) πιάνει όλη την οθόνη:

– Ελα.

– Πού είσαι; Είστε καλά;

– Καλά είμαστε. Τα παιδιά είναι με τον Γκέοργκ.

– Δεν απάντησες στο μήνυμά μου.

– Ναι.

– Ναι;!

– Τι θέλεις, Μάνο;

– Θέλω να ακούσω τα παιδιά. Εκλεισαν τα πάντα, πόλεμος γίνεται!

– Μην είσαι τόσο υπερβολικός.

– Μην είσαι τόσο ψυχρή.

– Από πότε σε νοιάζει αυτό;

Παρασκευή, 14.39

Της το κλείνω. Στα μηνύματά της η Αννε τώρα ουρλιάζει.

Σάββατο, 00.17

Δεν έχω ύπνο. Φυσάει· ο φάρος ενός διερχόμενου ασθενοφόρου βάφει τους τοίχους κόκκινους και μπλε, δίπλα στην πόρτα ο σάκος μου για τη βάρδια: θέλω να της τηλεφωνήσω, να της πω «Αν συμβεί κάτι, να θυμάσαι όσα σου πω απόψε, λέξη προς λέξη, Μάρω».

*Ο Α. Παπαντώνης ζει στην Κολονία. Τελευταίο του βιβλίο είναι το Ρηχό νερό, σκιές (Κίχλη, 2019).