Χαρισματική ποιήτρια και ευρηματική πεζογράφος, η Κική Δημουλά (1931-2020) φώτισε το λογοτεχνικό στερέωμα με δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές –Ερεβος (1956), Ερήμην (1958), Επί τα ίχνη (1963), Το λίγο του κόσμου (1971), Το τελευταίο σώμα μου (1981), Χαίρε Ποτέ (1988), Η εφηβεία της λήθης (1994), Ενός λεπτού μαζί (1998), Ηχος απομακρύνσεων (2001), Χλόη θερμοκηπίου (2005), Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (2007), Τα εύρετρα (2010), Δημόσιος καιρός (2014), Ανω τελεία (2016)– και πλήθος πεζών κειμένων, τα οποία έγραψε για τις στήλες «Κυκλογραφήματα», «Παρακυκλικές διασημότητες», «Με το Κυκλοσκόπιο» του περιοδικού της Τράπεζας της Ελλάδας, Ο Κύκλος, την περίοδο 1961-1969.
Η κριτική αναγνώρισε από πολύ νωρίς την ιδιαίτερη ποιητική φωνή της, εξαιτίας του τόσο έντονα ενεργοποιημένου στοχασμού της πάνω στο εφήμερο της ύπαρξης. Γράφοντας χωρίς μελοδραματισμό και αποφεύγοντας τον τετριμμένο και εύκολο λόγο αποτύπωσε ψυχικές στιγμές φευγαλέες, άπιαστες σχεδόν, ώστε ο Αρης Δικταίος να τη χαρακτηρίσει το «σημαντικότατο κέρδος της νεοελληνικής ποιήσεως».
Ο θάνατος, το κενό που προκαλείται από την απώλεια, η αίσθηση πως «ο χρόνος εξαντλείται», πως η φθορά είναι η μόνη απτή πραγματικότητα, πως «η αυλαία δεν θα αργήσει να πέσει» κυριαρχούν στο έργο της. Η ποιήτρια μοιάζει συμφιλιωμένη με την αγωνία του ανείπωτου, την απουσία, καθώς ο χρόνος, «ταχυδακτυλουργός μέγας», είναι ο μόνιμος αντίπαλός της. Το ποιητικό υποκείμενο ζει με τα φαντάσματα του παρελθόντος: τους αγαπημένους που χάθηκαν, τις ελπίδες που διαψεύσθηκαν, την οδύνη του ματαιωμένου έρωτα, την επίμονη παρουσία του απόντος αγαπημένου σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας.
Η ίδια δηλώνοντας το ποιητικό της credo αποκάλυψε πως όλα τα ποιήματα που έγραψε «περιγράφουν πως μια αρχή κατρακυλάει προς το τέλος, λειτουργία βασικά, μιας μνήμης θανάτου, που άγνωστοι ποιος ξέρει πόσο μακρινοί πρόγονοί μου, πρόγονοι αιώνες, μου την άφησαν κληρονομιά», και ομολόγησε πως «γράφοντας, δεν κάνω τίποτα περισσότερο, παρά πως με έναν τρόπο μυστηριωδώς εκλεγμένον, περιμένω τη σειρά μου, απλώς και μόνο».
Ο προβληματισμός και η αγωνία για το αναπότρεπτο του θανάτου εκφράστηκαν στην ποίηση της Κικής Δημουλά μέσα από την ποιητική του εφήμερου σώματος ήδη από την πρώιμη συλλογή Ερεβος (1956), όταν φορώντας μια ξαστεριά στα μάτια
«Στρώσαμε το τραπέζι του αναπάντεχου
με δυο ποτήρια να κεράσουμε το ενδεχόμενο».
Η αποδόμηση της αξίας των νεκρικών τελετουργικών, η πίστη πως το σώμα και όχι η ψυχή είναι το κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, τα ξερά και παγωμένα γηρατειά, η ματαίωση του ερωτικού βιώματος, η κυριαρχία της θλίψης και της μελαγχολίας, η τοπιογραφία της φθοράς και του θανάτου, η καταλυτική επίδραση του χρόνου, η αμφισβήτηση της σωτηριολογικής διάστασης του χριστιανικού μύθου, η οικειοποίηση του αρχαιοελληνικού μύθου, ο φθινοπωρινός άνθρωπος είναι κάποια από τα θεματικά μοτίβα που αισθητοποιούν τον αέναο προβληματισμό της ποιήτριας πάνω στα ανθρώπινα.
Ο προβληματισμός αυτός βαθαίνει όταν διαλέγεται με την τέχνη της φωτογραφίας, της γλυπτικής και της ζωγραφικής, ενώ τα μυστικά της ποίησής της μάς τα αποκαλύπτει στα πολυάριθμα ποιητικά αυτοσχόλια. Η γραφή της κυριαρχείται από λέξεις με απρόβλεπτες σημασίες που μεταμορφώνουν τα πράγματα, δίνοντας διέξοδο στο συναισθηματικό αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου, αφού του επιτρέπουν να ονειρεύεται έστω μια «σύντομη, άδετη ζωή».
Η ποίηση, την οποία με τόσο πάθος και αφοσίωση υπηρέτησε, ήταν για την Κική Δημουλά «μια διά βίου διαδηλώτρια υπέρ των μοναχικών συμφερόντων της ύπαρξής της», ενώ στην ομιλία που εκφώνησε κατά την τελετή υποδοχής της στην Ακαδημία Αθηνών, δήλωσε πως γράφει διαμαρτυρόμενη, «ίσως, επειδή κατά τη μεγάλη εκείνη έκρηξη του σύμπαντος επικράτησε σκανδαλώδης μεροληψία στη διανομή των θραυσμάτων. Στην ύπαρξή μας δόθηκε το μικρότερο: αυτό του φευγαλέου». Μέσα από τα ποιήματά της η Κική Δημουλά ύψωσε τη φωνή της ενάντια σε αυτό το φευγαλέο, στον «ασίγαστο εμφύλιο πόλεμο / μεταξύ του υπάρχω και του παύω / του μιλώ και του σώπασα» απ’ όπου:
«η μόνη κερδισμένη είναι
η διάσημη εκείνη πολεμική ανταποκρίτρια
η γραφή».
Ο λόγος της γοητευτικός, προκλητικά και αναπάντεχα ανατρεπτικός αντικατοπτρίζει τον εναγώνιο προβληματισμό της απέναντι στο εφήμερο της ύπαρξης και χαρτογραφεί έναν κόσμο χωρίς βεβαιότητες, με μόνη αυτή της Ποίησης. Η φωνή της, βαθιά ειρωνική, ακροβατεί πάνω στα νοήματα προκειμένου να τα αρνηθεί ή να τα αναδημιουργήσει. Αμφισημίες, μεταφορές, μετωνυμίες, επαναλήψεις, ανατροπή των καθιερωμένων κανόνων της γραμματικής και της σύνταξης, απόκλιση από στερεότυπες εκφράσεις συλλαμβάνουν το παράλογο της ανθρώπινης υπαρξιακής κατάστασης και μεγεθύνουν το απρόβλεπτο του θανάτου.
Η Κική Δημουλά όταν ακόμα ήταν «κορίτσι νέο […] ένιωσε, από τότε που άνοιξε τα μάτια του μπροστά στο θαύμα του κόσμου, την ανάγκη να γράψει τραγούδια, ποιήματα», όπως συγκινημένα αναφέρει ο θείος της Παν. Ι. Καλαμαριώτης στον πρόλογο της συλλογής Ποιήματα, Αθήνα 1952 –την οποία αργότερα η ποιήτρια θα αποσύρει από την κυκλοφορία– χαράζοντας βαθιά τη δική της «Ιστορία», αλλά και της Τέχνης της Ποίησης:
«Την ιστορία μου πολύ θα τόθελα να γράψω
στης περαστικότητας επάνω την ευχέρεια
Να την γράψω με στάχτη,
για να τηρώ, ως πάντα μου άρεσε, τις αναλογίες…
Θα πατήσω τα γράμματά μου από πάνω με μελαγχολία για να τα εντείνω
και θ’ ακουμπήσω τον επίλογο κυρτωμένο
κλεισμένο στις χειροπέδες του μοιραίου…»
(απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο «Ιστορία» στον τόμο Κική Χρ. Ράδου, Ποιήματα, Αθήνα 1952, σ. 3).
*Δρ Νέας Ελληνικής Φιλολογίας. Από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφορεί η μελέτη της «Κική Δημουλά – Αχθοφόρος μελαγχολίας. Ποίηση και ποιητική του πένθους» (2018).
Το σύνολο του έργου της Κικής Δημουλά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ικαρος.
