ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις δύο τελευταίες εβδομάδες ο αριθμός των χωρών, πλην της Κίνας, που επλήγησαν από τον νέο κορονοϊό αυξήθηκε σημαντικά, μέχρι τις αρχές αυτής της εβδομάδας είχαν καταγραφεί επίσημα πάνω από 119.223 χιλιάδες κρούσματα σε 116 διαφορετικές χώρες, ενώ από αυτούς τους ασθενείς πέθαναν 4.300 άνθρωποι.

Αξιολογώντας τα νέα δεδομένα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ανακοίνωσε -το απόγευμα της Τετάρτης 11 Μαρτίου- ότι η νέα ιογενής ασθένεια δεν μπορεί πλέον να χαρακτηρίζεται «επιδημία», διότι πρόκειται πια εμφανώς για «πανδημία». Μια διόλου εύκολη απόφαση που θα έχει άμεσα πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων.

Η επίσημη εξήγηση για αυτές τις τραγικές εξελίξεις είναι πως το ανθρώπινο είδος αντιμετωπίζει, λόγω της διάδοσης του κορονοϊού COVID-19, μια κατάσταση «έκτακτης υγειονολογικής ανάγκης», τις οδυνηρές συνέπειες της οποίας, αργά ή γρήγορα, θα αντιμετωπίσουμε όλοι, νοσούντες και υγιείς. Πόσο δικαιολογημένος και κυρίως αποτελεσματικός είναι ο πλανητικός πανικός απέναντι στη νέα ιογενή απειλή, ο κίνδυνος της οποίας «αναβαθμίστηκε» σε πανδημία;

Οι βιοπολιτικές πτυχές της νέας ιογενούς τρομοκρατίας

H πανδημία γεννά πανικό

Από όσο γνωρίζουμε, ουδέποτε υπήρξε πανδημία σε ανθρώπινους πληθυσμούς που να προκλήθηκε από κορονοϊούς, αυτή είναι η πρώτη φορά. Ταυτόχρονα, όμως, ποτέ δεν υπήρξε μια πανδημία ιογενούς προέλευσης που η δυναμική της να είναι δυνητικά ελέγξιμη από τον άνθρωπο, όπως σε αυτήν την περίπτωση. Αυτά υποστήριξε την προηγούμενη Τετάρτη στη συνέντευξη Τύπου στη Γενεύη ο επικεφαλής του ΠΟΥ, όπου και ανακοινώθηκε επίσημα η αναβάθμιση του COVID-19 από τοπική επιδημία σε πλανητική πανδημία.

«Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι ο COVID-19 μπορεί να χαρακτηριστεί ως πανδημία», δήλωσε ο δρ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγιεσούς (Tedros Adhanom Ghebreyesus). Και αμέσως μετά διευκρίνισε: «Η λέξη πανδημία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με ελαφρότητα, διότι μπορεί να δημιουργεί περιττούς φόβους και το συναίσθημα ότι ο αγώνας έχει χαθεί. Δεν είναι όμως έτσι, περιγράφοντας την κατάσταση ως πανδημία δεν αλλάζει κάτι σε ό,τι ήδη κάνει ο ΠΟΥ, ούτε και σε όσα οφείλουν να κάνουν οι χώρες».

Δικαιολογώντας μάλιστα τους λόγους για την επώδυνη απόφασή τους πρόσθεσε: «Στον ΠΟΥ αξιολογήσαμε την τρέχουσα επιδημία και ανησυχούμε ιδιαιτέρως τόσο για τα υψηλά επίπεδα διάδοσης και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων της, όσο και για την εξαιρετικά επικίνδυνη αδράνεια των ανθρώπων για την αντιμετώπισή τους. Βρισκόμαστε σε αυτήν τη κατάσταση και οφείλουμε να δράσουμε με ψυχραιμία ώστε να κάνουμε το πιο σωστό».

Από την επιδημία στην πανδημία

Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα ο εκπρόσωπος του ΠΟΥ υποστήριζε ότι ο νέος κορονοϊός «δεν έχει διαδοθεί ακόμη με τρόπο τόσο ασυγκράτητο και δεν έχει προκαλέσει σε ευρεία κλίμακα ικανό αριθμό κρουσμάτων και θανάτων ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως πανδημίας». Ομως, υπάρχουν και τρεις επιπλέον λόγοι για τον εμφανή δισταγμό του ΠΟΥ να αναγνωρίσει την εκρηκτική διάδοση του COVID-19 ως «πανδημία»: Πρώτον, η προσπάθεια να καθυστερήσει την προσφυγή πολλών χωρών στο πρωτόκολλο -με τους αποκλεισμούς και τις απαγορεύσεις- που προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο σε περίπτωση ανακήρυξης μιας πανδημίας. Δεύτερον, ο φόβος του μαζικού πανικού που συνήθως συνοδεύει αυτήν την αναγνώριση. Και τρίτον, για να μην επαναλάβει, χωρίς να διαθέτει επαρκείς λόγους, το λάθος που έκανε το 2009, όταν, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, ο ΠΟΥ θεώρησε εσφαλμένα ως πανδημία την όντως μαζική εμφάνιση του ιού της γρίπης ΑΗ1Ν1.

Ωστόσο, υπάρχει ένας επιπλέον και ουσιαστικότερος λόγος για να μην προσφεύγει εύκολα στην ανακήρυξη μιας πανδημίας ένας διεθνής ιατρικός οργανισμός και αυτός είναι ότι δεν υπάρχει ένας επιστημονικά σαφής και καθολικά αποδεκτός ορισμός του τι πρέπει να θεωρείται «πανδημία» και πώς αυτή διακρίνεται από μια «επιδημία». Συνήθως, ως πανδημία ορίζεται η «καθολική επιβεβαίωση της ανεξέλεγκτης διάδοσης μιας νόσου σε όλο τον πλανήτη».

Επομένως, ως πανδημία περιγράφονται οι σπάνιες περιπτώσεις καθολικής επιδημίας μιας νόσου, η οποία μπορεί να προσβάλει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Γης και πιθανόν ένα μέρος αυτού να ασθενήσει.

Πρόκειται εμφανώς -και ίσως σκοπίμως- για μια αόριστη περιγραφή που επιτρέπει σε έναν διεθνή οργανισμό όπως ο ΠΟΥ να χειρίζεται με τρόπο ευέλικτο και ανά περίπτωση τις πιο σοβαρές ιατρικές κρίσεις.

Το γεγονός όμως ότι, μέχρι τα μέσα αυτής της εβδομάδας, είχαν καταγραφεί επίσημα πάνω από 124.000 κρούσματα και 4.615 θάνατοι, καθώς και το ότι αυξήθηκε εντυπωσιακά ο αριθμός των χωρών που εμφανίζουν κρούσματα από τον κορονοϊό είναι τα στοιχεία που εξηγούν το γιατί η επιτροπή ειδικών του ΠΟΥ υποχρεώθηκε τελικά να αναγνωρίσει ως πανδημία την πλανητική παρουσία του COVID-19, τονίζοντας, ωστόσο, ότι από άποψη θνησιμότητας είναι μια μάλλον ήπια μορφή πανδημίας.

Ο κορονοϊός στην Ελλάδα

H πανδημία γεννά πανικό

Πώς αντιμετωπίζονται όλα αυτά στην Ελλάδα; Επειδή, ευτυχώς, ο αριθμός των κρουσμάτων είναι ακόμη σχετικά μικρός, όμως αυξάνεται καθημερινά και πριν από δύο ημέρες καταγράφηκε ο πρώτος θάνατος, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα κλείσουν προληπτικά όλα τα σχολεία και τα πανεπιστήμια για δύο εβδομάδες. Μια απόφαση του υπουργού Υγείας που αφορά τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, τα σχολεία, τα ΙΕΚ και τα πανεπιστήμια και τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, τα οποία θα παραμείνουν κλειστά για 14 ημέρες, δημιουργώντας μεγάλη αναστάτωση στις οικογένειες των παιδιών.

Αν και αναμενόμενα, αυτά τα μέτρα ελήφθησαν με στόχο να εμποδιστεί ή, έστω, να επιβραδυνθεί η διάδοση του νέου κορονοϊού στον τόπο μας. Αν και πολύ φοβόμαστε ότι θα αποδειχτούν ανεπαρκή, αν το κλείσιμο των σχολείων δεν παραταθεί για τουλάχιστον έναν μήνα. Εξάλλου, τέτοια ακραία μέτρα, επειδή δεν βασίζονται σε κοινά αποδεκτές και αποδεδειγμένα έγκυρες επιστημονικές γνώσεις σχετικά με τη διάδοση του νέου κορονοϊού, προβάλλουν απλώς τη θεμιτή αλλά αόριστη πρόθεση της κυβέρνησης «να κάνει κάτι» -συνήθως το πιο εύκολο και το λιγότερο επώδυνο οικονομικά- για να επιβραδύνει την αναπόφευκτη διάδοση του ιού.

Δεδομένου ότι δεν διαθέτουμε ακόμη ένα εμβόλιο που να μας προστατεύει από τον κορονοϊό και επειδή πρόκειται για μια ιογενή νόσο, οπότε τα αντιβιοτικά δεν μπορούν να μας βοηθήσουν, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι στην Ελλάδα θα πολλαπλασιαστούν τα κρούσματα της νέας και ταχύτατα διαδιδόμενης νόσου.

Η οποία, προφανώς, δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με το κλείσιμο των σχολείων ή με την αντιμετώπιση των πάντων ως δυνητικών «υπόπτων», αλλά μόνο με την έγκαιρη ανάπτυξη της κατάλληλης υγειονομικής πολιτικής και με την επιστημονικά έγκυρη ενημέρωση των πολιτών.