Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Χτες, με καρδιά βαριά από τη θλίψη, καθόμουν μόνος σε ένα σκιερό άλσος και ροκάνιζα τον πόνο μου. Γιατί είναι φάρμακο στις στενοχώριες μου σιωπηλό διάλογο να ανοίγω με την ψυχή μου. Αύρες ψιθύριζαν κι απ’ τ’ ακροκλώναρα τα πουλιά στάλαζαν με το τραγούδι τους γλυκιά ηρεμία στην κουρασμένη μου ψυχή. Κι απ’ τα δέντρα τα τζιτζίκια, του ήλιου οι φίλοι, τερέτιζαν και γέμιζαν το άλσος με τη χαρούμενη φλυαρία τους.

Στο γρασίδι, κοντά στα πόδια μου, σιγοκυλούσε δροσερό νερό. Εγώ όμως δεν μπορούσα να ξεφύγω απ’ τη θλίψη μου κι απαρηγόρητος όπως πριν καθόμουν εκεί. Ξένα όλ’ αυτά μου φαίνονταν, γιατί όταν πονάει η ψυχή δεν μπορεί ν’ απολαύσει την ομορφιά της φύσης. Και μες στη μαυρίλα της ψυχής μου αναρωτήθηκα: Ποιος ήμουν, ποιος είμαι, τι θα γίνω; Δεν ξέρω, κι ούτε κανείς σοφότερός μου μπορεί να με φωτίσει. Τυλιγμένος στην ομίχλη πλανιέμαι εδώ κι εκεί κι ούτε στα όνειρά μου δεν έχω αυτό που ποθώ».

Μέρες λοιπόν που [δεν] είναι, λαμπριάτικες δηλαδή, καλό είναι να ρίχνουμε καμιά ματιά και σε χριστιανικά κείμενα, που διακρίνονται για έναν ιδιότυπο λυρισμό, ένα είδος ματαιότητας για τα ανθρώπινα, μια -αν όχι ριζωμένη- τουλάχιστον φευγαλέα απαισιοδοξία.

Το χωρίο αντλήθηκε από το ποιητικό έργο του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού (4ος μ.Χ. αιώνας), φίλου και συμφοιτητή του Ιουλιανού [του παραβάτη, είπαν οι αθεόφοβοι]. Η ενασχόλησή του με την κλασική Ελλάδα ίσως του επέτρεψε να μπορέσει να αρθρώσει λόγο ποιητικό και παρεκκλίνοντα από τη θεολογική θεώρηση. Φαίνεται λες κι είχε διαταχθεί να εξοριστεί σε άλσος σκιερό και δροσογόνο, κάπως σαν κι εμάς που έχουμε διαταχθεί να μένουμε σπίτι -η όποια θλίψη ας πάει να κουρεύεται, δεν γνοιάζονται για τέτοια όσοι τέτοια διέταξαν.

Εχει ενδιαφέρον πόση σημασία δίνει ο χριστιανός ποιητής στη συνομιλία με την ψυχή του και πόσο τη συνδέει με τον πόνο και την ομορφιά. Ποια ομορφιά όταν η ψυχή είναι μαύρη και θλιμμένη; Πάντα έτσι συμβαίνει με την ψυχή είτε είναι θρησκεύων κανείς είτε όχι, είτε πιστεύει, εννοείται, σε αλλότριες [θείες] δυνάμεις είτε όχι.

Είναι κάτι το οποίο πρέπει να προσεχτεί στις μέρες τούτες της καραντίνας. Μοιάζουμε σαν την κορασίδα του Εμπειρίκου που «της πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της». Από εμάς αφαίρεσαν τις συνήθειες [άκριτα καταναλωτικές, άθυμες και ράθυμες – απνευματικές] και τις φτωχές μας βεβαιότητες· για δες τι μας έλαχε των καψερών.

Και τι θα απογίνουμε οι δόλιοι χωρίς την [από άλλους βέβαια κατασκευασμένη] κοσμοεικόνα μας; Πώς θα αντέξουμε να ζήσουμε χωρίς εκείνα που καθόρισαν την ώς τούδε ζωή μας; Η ψυχούλα μας το ξέρει. Οψόμεθα εντούτοις -[όσοι επιζήσουμε].