Σήμερα που οι λέξεις «αναστολή» και «καραντίνα» σώζουν ζωές, συνειδητοποιώ πόσο, από την άλλη μεριά, σκοτώνουν τον έρωτα. Αυτό που για τον έρωτα είναι ζωή –η επαφή, το χάδι, το φιλί, η ένωση των κορμιών– για την κοινωνία της πανδημίας είναι θάνατος.
Βέβαια ο έρωτας ήταν πάντα σε «αναστολή». Μιλάω για τον έρωτα που δεν υπολογίζει ομορφιά, ηλικία, φύλο, γλώσσα, χρώμα, κοινωνική τάξη, σεξουαλική ιδιαιτερότητα. Πάντα οι κοινωνίες έβρισκαν τρόπους να φυλακίζουν αυτόν τον έρωτα με κάθε λογής κοινωνικές συμβάσεις, ταμπού και απαγορεύσεις. Πολλές φορές μάλιστα υπήρξαν, ως κοινωνίες, απίστευτα πιο σκληρές από τους ιούς και τις αρρώστιες. Και πολύ συχνά και άδικες, γιατί τα μέτρα τους δεν ίσχυαν για όλους. Από αυτή την άποψη, ο κορονοϊός, που δεν κάνει διακρίσεις, είναι τουλάχιστον «δημοκράτης».
Σε τέτοιες εποχές, το μυαλό μου ταξιδεύει σε κινηματογραφικούς ήρωες που αγάπησαν κόντρα σε όλους και σε όλα. Δεν μετάνιωσαν, ακόμα κι αν το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Τέτοιοι ήρωες με έκαναν να συνειδητοποιήσω και την πολιτική, επαναστατική διάσταση του έρωτα, εκεί όπου όλα τα «μου» γίνονται «μας» και παύει να έχει σημασία η περιβόητη έννοια της «ατομικής ιδιοκτησίας», γιατί απλούστατα κανείς δεν ενδιαφέρεται να τη διεκδικήσει.
Δυο τέτοιες ταινίες, ως σημερινή μου επιλογή, παραβιάζουν το ταμπού της ηλικίας. Στην πρώτη («Λευκός Γάμος» /Noce blanche, 1989, του Ζαν-Κλοντ Μπρισό) ένας καθηγητής Φιλοσοφίας, ο Φρανσουά (Μπρούνο Κρεμέρ) αναλαμβάνει να παρακολουθήσει την προβληματική, από δυσλειτουργική οικογένεια, 17χρονη μαθήτρια Ματίλντ (Βανέσα Παραντί, με βραβείο Σεζάρ για την ερμηνεία της). Ερωτεύονται παράφορα και το σκάνδαλο δεν αργεί να ξεσπάσει. Ο Φρανσουά μετατίθεται αλλού, ενώ η γυναίκα του τον εγκαταλείπει.
Η άλλη ταινία («Πεθαίνω από αγάπη» /Mourir d’ aimer, 1971, του Αντρέ Καγιάτ) είναι μια αληθινή ιστορία. Η Ντανιέλ (Ανί Ζιραρντό), φιλόλογος σ’ ένα λύκειο, ερωτεύεται τον 17χρονο Ζεράρ. Η οικογένεια του νεαρού κηρύσσει πόλεμο, ακολουθεί η φυλακή και η δυσφήμιση για την Ντανιέλ, ενώ ο νεαρός επιστρέφει στην οικογένεια.
Πόσο πιο σκληρή είναι τελικά η κοινωνία για τις γυναίκες στο θέμα της ηλικίας απ’ όσο για τους άντρες! Και πόσο πιο αποφασισμένες εμφανίζονται οι γυναίκες στις δυο ταινίες! Στο τέλος αυτοκτονούν, όχι βέβαια από ντροπή, τύψεις ή μεταμέλεια: η Ντανιέλ επειδή θεωρεί ότι ο Ζεράρ την απαρνήθηκε. Και η Ματίλντ, η υπέροχη Βανέσα Παραντί, αφήνεται να πεθάνει από ασιτία στέλνοντας ωστόσο ένα μήνυμα ελπίδας: «Ο Ωκεανός, Φρανσουά, υπάρχει ο Ωκεανός!». Σ’ ένα συγκλονιστικό, απέριττο φινάλε, ζητάει συγγνώμη από τον αγαπημένο της καλώντας τον να τη συναντήσει εκεί όπου δεν υπάρχει χωρισμός.
*σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA MA, New York College, Athens
