Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φτερόποδη η γλώσσα της κι εμείς λαχανιασμένοι, ερασιτέχνες και «γιατροί», ειδήμονες και ξένοι. Γλώσσα γεννά την ποίηση [κι όχι απ’ τη μύγα ξύγκι]. Θεράποντες και ποιητές χάνουνε την αυδή τους στη μάταιη προσπάθεια για επιβολή δική τους. Πώς μπήκε η λαϊκότητα στης γλώσσας τις τροπές; [Η ποίηση έχει πρόσβαση και στις νοικοκυρές]. Νοικοκυρά εμάλωσε με τον υδραυλικό της κι οι λέξεις την κατεύθυναν να ψάλει τον καημό της. Το ποίημα των λέξεων γεννάται απροσδοκήτως και άσ’ τα ποιητάρια να βρίζουν αυθορμήτως.

Οταν πεθαίνει ο ποιητής πεθαίνει η χώρα όλη -κι εκείνη που εξεγείρεται κι εκείνη στη φορμόλη. Θάλασσες και βουνά είναι το άγαλμά του, μα πιότερο τα σωθικά στέκει το μέλημά του -δικά του και της χώρας του, του χρόνου και του πόνου μα και της άφατης χαράς και των ορδών του δρόμου· του δρόμου του απανδόκευτου που τις γραμμές ραγίζει, του τρένου εκείνου που περνά μες στις καρδιές και σφύζει -όχι από ζωή, όχι από γλεντοκόπια, αλλά από βάσανα πολλά κι από σκληρά αποτόπια.

Ιδού το σώμα της ποίησης, ιδού ο υλισμός της: σ’ ακριβοθώρητα στενά, οι λέξεις λογισμός της. Λέξεις πρωτοφανέρωτες όσο κι αν είναι ίδιες, μ’ εκείνες των υπόλοιπων, ας είν’ και καταιγίδες. Να ξαναρθούν, να μη χαθούν οι λέξεις των ποιητών μας, μπας και ξυπνήσει και χαρεί το δόλιο σωθικό μας -βροντόφωνο κι αγέρωχο απέναντι στο δήθεν και όχι μεγαλόφωνο ενταύθα και εκείθεν. Το χαμογέλιο των παιδιών το βλέπουνε ποιητές κι αγγέλοι το αναπέμπουνε στο αύριο και στο χθες. Ομηρος και Αρχίλοχος φαίνονται πρόγονοί τους και δίπλα τους και σαρκαστές εμείς κι οι απόγονοί τους.

Ετσι τραβάει η ποίηση, μ’ εχθρούς απέναντί της· δεν την αντέχουνε, θαρρείς, την τόση αναλαμπή της. Γραφειοκράτες τη γελούν, πολιτικοί τη φτύνουν κι ακόμη εκείνη στέκεται στη ζώνη του υπευθύνου. Κι όταν ο κόσμος σκοτεινιάζει απ’ τη μεγάλη λήθη, προβάλλουν τα ποιήματα σαν γυναικεία στήθη. Χυμοί ζωής ατέλειωτοι και ας πεθαίνουμε όλοι -ξαναγεννιούνται, διάολε, της γης οι αποστόλοι. Η γλώσσα και οι λέξεις της είναι το ριζικό μας, μαζί τους στέκει ο χορός, μαζί το μουγκρητό μας.

…Λοιπόν έχει γούστο· κάθε φορά που πεθαίνει ένας ποιητής να τον αποχαιρετούσαμε με έναν οιονεί ποιητικό τρόπο -ας είναι και ελαφρύς [αφελής]. Ισως ξεδιαλύναμε το παράδοξο: πώς, ένας άνθρωπος του περιθωρίου [εκεί έχουμε κατατάξει τους ποιητές] μπορεί κι εκφράζει, σχεδόν ιδανικά, την πλειονότητα [την κοινωνία]; Λέω ίσως γιατί δεν βλέπω κάτι τέτοιο να απασχολεί εμάς τους υπόλοιπους η ποιητική διάσταση του χρόνου [και του χώρου]. Να ζήσουμε ποιητικά, όπως επιθυμούσε ο Χέλντερλιν, δεν μάθαμε, δεν ξέρουμε. Μήπως κάποιος, κάτι, να μας ξεστραβώσει ώστε να αρχίσουμε να διαβάζουμε τους ποιητές μας;

Λοιπόν, με αφορμή τον θάνατο της Κικής Δημουλά, δυο λόγια γι’ αυτήν από τον Παναγιώτη Κονδύλη: «Στα ερασιτεχνικά μου μάτια η δική σας ποίηση πρώτα απ’ όλα είναι γλώσσα που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, μόνο κόβει κάθε τόσο από το σώμα της κομμάτια και τα δένει σε ποιήματα χωρίς η ίδια να ελαττώνεται – αδυνατίζει ποτέ».